
Τις νύχτες κατέφθανε πάντα αργοπορημένη,
τοιουτοτρόπως
προμηθευόταν τις ώρες της σε ειδικά πακέτα προσφορών των διακοσίων λεπτών
άνευ ύπνου.
(Αυτά είχαν μόνο απομείνει.
Βλέπετε οι άλλες οι απλές των εξήντα παντός τύπου
είχαν εξαντληθεί από νωρίς).
Αϋπνοβατούσε ματαίως λοιπόν,
και στωικώς,
μουλιάζοντας σε μια αδέσποτη εσπερινή θλίψη
που ατέρμονη, ωσάν το χρόνο,
την κατέκλυζε με ευλαβική συνέπεια,
οργανικά
όπως ο απροσδιόριστος τρόμος που σκορπά μια ιδιαζόντως φλογερή αλλά πολύ μακρινή
ομιλία