
Κάποτε ένιωθε γυάλινη
Και ευκρινής
Φοβόταν ότι όλοι στο μετρό
θα έβλεπαν τη σκέψη της
Ένα κορίτσι απέναντι
στο λεωφορείο
γέλαγε σιγανά
κάθε που εκείνη σκεφτόταν κάτι αστείο
και κάποιες ηλικιωμένες κυρίες, αυστηρές
στραβοκοιτούσαν
σε κάθε αναπόληση της
λάγνα
Μια γυναίκα ευγενική την έπιασε απ΄ τον ώμο
σε μια άξαφνη σκέψη θλιβερή
κι ένας ευαίσθητος νεαρός της έσφιξε το χέρι
στον αναλογισμό μιας παλαιάς απώλειας
Ένστολος τύπος ακούμπησε το όπλο του
ανήσυχος
επάνω σε βουβό
αντάρτικό της συνειρμό
κι ο νοητικός της θαυμασμός
για ένα αγόρι περαστικό και όμορφο
το έκανε αχνά
να χαμογελάσει
Ένα ταξί σταμάτησε πριν το φωνάξει
-πρόθυμα!-
και ο περιπτεράς
μίας πλατείας άγνωστης
της έδωσε τη μάρκα της
προτού του το ζητήσει
Τόσο διάφανη λοιπόν,
και τόσο εκτεθειμένη
φοβόταν πλέον
να σκεφτεί
και να ονειροπολήσει
μήπως είχε όνειρά απρεπή
και σκέψεις ακατάλληλες
άνω ή κάτω των 18
και τη συλλάβουν τελικά
για προβολή
δημόσιας αιδούς
Κι έτσι έπαψε να σκέφτεται