Thursday, October 07, 2010

σπουδή σε κιτρινισμένη φωτογραφία που δεν τραβήχτηκε ποτέ



η θάλασσα πάντως γνώριζε λέει όλα όσα δε γνώριζαν
πατώντας στα ίδια τα ζεματιστά χαλίκια
πόσο πόναγε (το αγκάθι του πιο τυχαίου αχινού
μπροστά στα πόδια σας)
πώς μέσα στο νέο αλάτι έμοιαζε να έκλειναν οι παμπάλαιες πληγές
να μοιάζουν τώρα πια
αμυχές (από αυτές που μόνο μάτια κάνουνε)
κι όλα όσα δεν ήθελαν να ξέρουνε η θάλασσα πάντως ήξερε λέει
κίτρινες ώρες
παγιδευμένοι πιο πέρα λίγο πιο δίπλα λίγο (εύχαρεις πάντα επιμόνως)
περιτυλίγματα από χάρτινες συμπάθειες
(η σκέψη δυο χαμόγελα αλλού
από το σώμα) κολλαριστές
(μόνο ένα βλέμμα ίσως να αρκούσε να τσακίσουν ίσως)
κι όλα όσα δεν έφταναν να ζήσουν η θάλασσα πάντως μάντευε
και τα κατάπινε έπειτα μ’ εκείνο το βαθύ θόρυβο
πλαταγίζοντας την τεράστια λευκή ωραία γλώσσα της
με ιερά ευχαρίστηση (μόλις αγγίζοντας υπενθυμιστικά τα
δάχτυλα σας μαυρισμένα) σαν βαριές λέξεις σκορπισμένες ποτισμένες
μεσημέρια
κι εικόνες κλεμμένες από ημερολόγια και καλοκαίρια καλλονών
(έν’ άλλο άλλοτε αν όχι ιδανικό, τότε ανάξιο)
σε σέπια καρτ ποστάλ βουβά ειδύλλια
σε άφταστα μακάρια νησιά κάποιου αγίου
η θάλασσα υπήρξε πάντως
(α, αυτό τουλάχιστον ας μην το αρνηθεί κανείς)
κάπως παράλογα ζεσταμένη και γεμάτη
από όλα όσα δεν ήτανε να γίνουν
ή (έστω) καλώς απλώς-κι επιμελώς- δεν έγιναν

Ποίηση




Προσπαθούσε λέει να
βγει από τις παύλες που την είχαν τόσο καιρό φυλακίσει
να μπει στην ιστορία ισότιμη
με όλες τις άλλες φράσεις.
Να ελευθερώσει τολμηρά τους δέσμιους των παρενθέσεων
Και των πχ.
Να σπάσει τα ειρωνικά κάγκελα των εισαγωγικών.
Να βγάλει το υποτιμητικό φέσι των υποσημειώσεων.
Να ξεσηκώσει ακόμα και εκείνες τις παραμελημένες λέξεις
που ενίοτε κρύβονται ανάμεσα σε δυο κόμματα.

Γνώριζε όμως, αλίμονο,
ότι όσο θα υπάρχουν τελείες και θαυμαστικά,
όσο θα ηγούνται τα υπερφίαλα κεφαλαία των προτάσεων,
όσο αυταρχικά ουσιαστικά θα κατατρέχουν τα επίθετα
και τα ρήματα θα βασιλεύουν ανέγγιχτα από τα ανίσχυρα επιρρήματα
δεν πρόκειται να επέλθει απελευθέρωση από
την βάναυση ολιγαρχία του συντακτικού.

Tuesday, July 27, 2010

Όσο και αν διακριτά ρεύματα επιτάχυναν το συνήθη ρυθμό της αναπνοής της
αναγνώριζε σκυθρωπά ότι τέτοιες αναταράξεις έχουν βραχεία διάρκεια και επανερχόταν σύντομα σε επίπεδα διανοητικής θερμοκρασίας δωματίου.

Για κάποια ευγενή σοκάκια, στενά και ιδιαζόντως στριφογυριστά είχε την διόλου οικουμενική επίγνωση ότι δεν έχουν γυρισμό. Τα σημάδευε εντούτοις φυτεύοντας πλούσια σκοίνα για την περίπτωση εθελούσιας αναμνησίας.

Είχε συναντήσει επίσης εκείνη την αποσιωπημένη υποσημείωση που σπάνια βρίσκει κανείς πλέον, χαραγμένη με την πιο μικρή γραμματοσειρά -μεγέθους 8- που λέει ότι
το βίαιο ξήλωμα – στην οξεία γωνία μιας τυχαίας συγκυρίας - ενός παλαιού αλλά βαρέως ονείρου προσφέρει ενίοτε το νήμα για την ύφανση ενός νέου, ίσως ελαφροτέρου, αλλά ευκρινώς ανθεκτικότερου.
Αρεσκόταν συχνά στην παρατήρηση της διέλευσης αυτών των ελαφρώς ηλικιωμένων κυρίων με κάτι παλαιωμένες γκριζωπές κοτσίδες και τα μανίκια του σκούρου μπλε σακακιού τους κάπως ξηλωμένα κάτω από τους αγκώνες, έτσι ώστε να λαμπυρίζει η απαστράπτουσα πιτσιλωτή φόδρα και εκείνο το χαρακτηριστικά αφημένο χαμόγελο σα να επιμένουν να μην ακούν τον συντριπτικό ήχο των αρειμάνιων σαγονιών του κόσμου αυτού.

Friday, July 23, 2010

Χωρίς Τίτλο

Δεν υπάρχει καιρός για ανάσα,
ξέρεις πως είναι λέει να πνίγεσαι στην ίδια σου την ελαφρότητα την ψεύτρα
να υποκύπτεις στη βουλιμία της σκέψης που δε ξέρει πώς να πάψει
όταν στο δρόμο αντανακλά η άσφαλτος –ζεστή κι αμέριμνη- ευχαριστίες που δεν έδωσες και εκείνες που δεν πήρες
φεύγοντας βιαστικά
και κάποια όχι -υπότιτλοι να πέφτουν πριν το κάδρο
κι όποιος σου ψιθύρισε κάποτε το τέλος ας πάει επιτέλους να χαθεί
Δεν υπάρχει καιρός για ανάσα,
δεν έπιασαν τα φρένα όταν έπρεπε και τώρα εκεί στα δεύτερα του χρόνου βλέπω
το αύριο να διαλύεται στα μούτρα σου ηχηρά
με τ' όραμα ενός τρελού χορού να σε καταδιώκει
όταν το αίμα βιάζεται τις φλέβες να επιτάξει
κι οι δείχτες δείχνουν ίσοι
που ώρες και λεπτά να γίνονται ένα
Δεν υπάρχει καιρός για ανάσα,
μόνο για πότισμα του άγριου στεγνού βράχου που κοίταξε από ψηλά το πέλαγος
πεισματικά να αρνείται το θεό
ακόμα κι όταν σύννεφα πυκνώνουν στους ορίζοντες
θολά ιδεογράμματα ενός ίσως
κι η θάλασσα που άχνιζε το θειάφι
Δεν υπάρχει καιρός για ανάσα
μας τέλειωσε εξάλλου κι ο αέρας
κουράστηκαν κι όσοι χειροκροτούσαν
πόνεσαν λέει τα χέρια τους, μελάνιασαν
τους έμεινε όμως το χαμόγελο το ζωγραφιστό
της επιδοκιμασίας
σαν τζάμι αλεξίσφαιρο στον οίκτο
Δεν έφτασε ο καιρός για ανάσα
ίσως και να μη φύσηξε καθόλου

Friday, July 02, 2010




Α τι ωραία, να ερωτεύεσαι τους φόβους σου,
να σε μαγεύουν οι ανασφάλειες και οι δισταγμοί,
οι ανησυχίες σου, τα δάκρυα, οι μετανοήσεις και η γκρίνια σου,
να ελκύεσαι από τις ανάγκες σου τις ταπεινές, τα λάθη τα μη αντιστρεπτά και τις αποτυχίες σου,
να παιανίζεις τις ενοχλήσεις σου, τα παράπονα σου από τη ζωή και τις ατέλειές σου,
να ηδονίζεσαι στον ίδιο σου τον πόνο
στη θλίψη για όλα όσα τελειώνουν ή όσα ποτέ δεν άρχισαν

Κι όλα τούτα να τα κρύβεις υπέρκομψα
πίσω από φιμέ λέξεις
Λέγοντας τάχα
Ότι κάνεις ποίηση
(χα!)

Wednesday, June 23, 2010

Η πρωταγωνίστρια όρθωσε παράστημα καθώς εισέπνευσε κενό. Και τον αέρα να την διαπερνά ολοσχερώς. Να φυσάει από μέσα της κι εκείνη να ανατριχιάζει από ένα αφηρημένο κρύο που πάγωνε κόκαλα και μυαλό. Το σενάριο της προηγούμενης εβδομάδας εξάλλου ήταν κενό. Σελίδες άδειες ή σβησμένες, κάποιες σκισμένες επίσης ή μουτζουρωμένες έτσι ώστε να μη διαβάζονται. Όχι ότι δεν υπήρχαν λέξεις-τέτοιες υπήρχαν άφθονες με κυρίαρχες εκείνες που ξεκινούσαν από έψιλον-όπως ευθύνη ή ένοχος ή έπρεπε- σίγουρα αν κάτι έλειπε δεν ήταν οι λέξεις. Η πρωταγωνίστρια βάδιζε ανάμεσα στον κόσμο κάπως αντίθετα -ένιωθε ότι πήγαινε εκεί από όπου άλλοι διαρκώς επέστρεφαν κι -ω άλλη μια λέξη από έψιλον- έτσι είχε αυτή την αίσθηση της επίμονης καθυστέρησης που άλλοτε είναι σημάδι υποψίας ευτυχίας και άλλοτε επιμηκύνσεώς λύπης. Έπρεπε λέει. Πόσο αλλάζει αυτό το ρήμα όταν η προστακτική από παρούσα γίνεται παρελθοντική-πως από επιταγή γίνεται θλίψη αυτό το πρέπει-μόνο με ένα έψιλον. Πόσο λίγο αθώο είναι αυτό το έψιλον. Πόσο ένοχο. Η πρωταγωνίστρια συνάντησε μια μερίδα παρελθόν και δυο στάλες ίσως – αλλά το ίσως μοιάζει με χτύπημα στον ώμο και αυτού του είδους τα χτυπήματα προκαλούν συνήθως μόνιμες παραμορφώσεις. Έτσι έσιαξε το μαλλί και καμπύλωσε τη βλεφαρίδα ώστε τουλάχιστον να κατοχυρώσει όλο δικό της αυτό το ασίγαστο δεν. Και μετά έμαθε να κοιμάται νανουρισμένη από τη φάλτσα αδιαφορία του μονίμως αριστερού μαξιλαριού. Αυτού που κάποτε αντάλλαξε με το ολόγραμμα μιας φλούδας ελπίδας.

Wednesday, April 28, 2010

η πρωταγωνίστρια απόψε δεν έχει κέφια. το βράδυ πολυσύχναστο και φλύαρο αναρίθμητοι κομπάρσοι και λιγοστοί συμπρωταγωνιστές-η πλοκή μάλλον ανιαρή και φρούδα χωρίς ανατροπές και εξάρσεις, μερικές απρόσμενες παρωχημένες guest εμφανίσεις από παλαιότερες διάττοντες φωτεινές στιγμές- ανώφελες κουβέντες ρηχό γέλιο και ληγμένες προσδοκίες-κοιλιά στο σενάριο πρέπει να ξαναγραφεί απαραιτήτως και να γίνει ανανέωση του cast γιατί το κοινό έχει βαρεθεί τους ίδιους και τους ίδιους με άλλα κοστούμια και μάτια να ανακυκλώνονται στα κάδρα και στις συζητήσεις ανύπαρκτες περιπτύξεις χωρίς ούτε καν υπόκωφες προκλήσεις μόνο παλ αναθυμιάσεις από υπονοούμενα άλλων κι αυτές ακόμα ανεπαίσθητες

οι μουσικές δε, έπασχαν.δεν ξεσήκωσαν τα πλήθη ούτε έκαναν κανέναν μοναχικό να λάμψει από λιγωμένες αναμνήσεις δεν προκάλεσαν έντονα ερωτικά λάθη δεν συμφιλίωσαν τσαλακωμένα ζευγάρια δε έκαμαν ούτε ένα περαστικό να κοντοσταθεί και να παραπατήσει σφυρίζοντας ούτε αποκοίμισαν γλυκά καμιά κουρασμένη σκέψη.δε ράγισε ούτε ένα ποτήρι, δε δάκρυσε ούτε μια εικόνα

η πρωταγωνίστρια δεν αγωνίστηκε αρκετά απόψε, έπεφτε συχνά σε ολιγόλεπτες νάρκες και ξαναγύριζε έπειτα στο χαυνωμένο κοινό της φορώντας βλέμμα γνωστού οίκου της περέασμένης σεζόν από κείνα τα κομμάτια τα σπάνια όμως που κανένας δε γνωρίζει-μεγειά το βλέμμα λέγανε μα που πας και τα βρίσκεις βρε παιδί μου-και σε πολύ καλή τιμή απαντούσε όταν δεν θυμόταν τη σωστή ατάκα μαζεύοντας υπομονετικά τις πατημένες γόπες από τα τραγούδια που οι προηγούμενοι θαμώνες πέταγαν ανύποπτοι στο θαλασσί πάτωμα -λάδι απόψε με τόση ζέστη ότι πρέπει για μια βουτιά στα βαθιά -για τις πρωταγωνίστριες οι βουτιές μόνο στα βαθιά γίνονται αλλά σήμερα δεν έχει κέφια για σασπένς κρυώνει και λίγο είναι και ένα μούδιασμα στο στόμα που δεν έστρωσε ούτε μετά τόσο μαρτίνι και τόσα κόκκινα πλαστικά κερασάκια και έτσι το επεισόδιο τελειώνει άδοξα με ζουμ στο σοφέρ της κίτρινης κούρσας που εξαφανίζεται ράθυμα στο βάθος του σκούρου μπλε πλάνου-cut

Monday, April 19, 2010

Άνοιγε τότε με φειδώ τα παράθυρα της φθοριζούσης μνήμης και ανάσαινε παλαιούς –και ενίοτε αναπαλαιωμένους- Μαΐους. Η δημιουργία των αναμενόμενων αντισωμάτων την έκανε πάντα να ανατριχιάζει ήσυχα. Στην αντίθετη περίπτωση προτιμούσε τη χρήση τεχνιτών συνθηκών θλίψης. Ελαφράς μορφής.

Friday, April 16, 2010

Στις παρυφές κάθε προσωπικής άνοιξης ένιωθε να την τρώει επανειλημμένα το μυαλό της, πάσης φύσεως γρατσουνιές επουλώνονταν γρηγορότερα ενώ ο αέρας είχε τη μυρωδιά αγκαλιάς – από αυτές που είχε δοκιμάσει με συστολή και μέτρο, σα γλυκό κουταλιού.

Monday, March 29, 2010

Κώφωση




Τα σούρουπα αφουγκραζόταν την άνοιξη ανυπόμονα
αλλά αυτή δεν του μιλούσε πλέον
και έτσι προφασιζόταν κώφωση
λόγω έλλειψης ωραίων ιστοριών, λέει,
λόγω κρίσης-ηθών και μύθων-
αν και γνώριζε καλά
ότι η άνοιξη αλλάζει συχνότητα ψιθύρων
για τους δέκτες που την έχουν αγνοήσει
τουλάχιστον μία φορά.

Monday, January 11, 2010

10

Ας γουργουρίζει δυνατά το περιστέρι έξω από το παράθυρο
ας κορνάρει κάτω από το μπαλκόνι ο ανυπόμονος οδηγός
ας περιμένει στη γωνία του κρεβατιού η γάτα με μάτια γουρλωμένα
και ας φωνάζει από απέναντι αυτός που πάντα υποφέρει
ας έπαψε ξάφνου να στάζει η φλύαρή μου βρύση
κι ας κόπηκε η ανάσα του όμορφου αγοριού μου
ας σταμάτησε αίφνης το μακρύ βοριαδάκι
κι ας σφύριξε δις φάλτσα το κουδούνι του σπιτιού

εγώ δεν πρόκειται να γράψω απόψε
μη με πιέζετε
έχω κλειδώσει τα βλέφαρα
έχω σβήσει τη μνήμη
και με κόμπο ναυτικό – από αυτούς τους δύσκολους-
έδεσα τα χέρια
α τι όμορφα που είναι έτσι για λίγο να μην υπάρχεις

Monday, December 14, 2009

late so

η απελπισία dear σερβίρεται πάντα ζεστή
όταν κρυώσει είναι αργά, απόλαυσέ την λοιπόν-
ή απλώς χρησιμοποίησέ την εντέχνως
(ψιθύριζε γενναιόδωρα)

ω, ας μη μιλάμε πια για θερμοκρασίες
μόλις πέταξα και το τελευταίο μου φουρό – δεν έχω άλλο
και πάει καιρός που ξόδεψα τελείως τη σιωπή μου

πόσο άδικα! αφού ακόμη και το σκηνικό ήταν χάρτινο
δεν πρόσεξες καθόλου τις κουρτίνες sweetie; τόσο κακής ποιότητας χαρτί
στην πρώτη απώλεια ακεραιότητας σκίστηκαν
(αναφωνούσε με συμπάθεια)

εγώ κράτησα πάντως μια λωρίδα – μου φτάνει να τυλίγομαι τη μέρα
και κάθε νύχτα να καλύπτω με αυτήν το σπασμένο παράθυρο
μέχρι να πληρωθώ ξανά με βλέμμα άτρητο, και να τ' αλλάξω

αχ darling ποιο το κέρδος ...αφού οι διηγήσεις πια τέλειωσαν,
χωρίς μεγάλα μυστικά πως θα ζητήσεις αύξηση;
κανείς δεν αγοράζει το αυτονόητο στις μέρες μας
(αναστέναζε συμπονετικά)

bifurcation



απέφευγε επίσης διακριτικά αλλά επίμονα τις πόρτες
ιδιαιτέρως τις ξύλινες
γιατί- έλεγε- τι να σου κάνει ένα φλιτζάνι τσάι-
ακόμα και αν η πορσελάνη του είναι η πιο φίνα-
όταν μια πόρτα παραμένει κλειστή;

κι όταν δεν μπορείς να προσθέσεις κάτι
τουλάχιστον να αφαιρείς
-συνέχιζε ρουφώντας ηχηρά την τελευταία γουλιά -

μα για όνομα του θεού
που ξανακούστηκε χριστουγεννιάτικο δέντρο χωρίς κορυφή;
αρχίστε καλύτερα την επανάσταση το Πάσχα χρυσά μου

και ποτέ μη ρίχνετε την πασιέντζα με το ένα χέρι
προκαλεί πονοκέφαλο

Wednesday, September 23, 2009

βόλτα

Ήταν πάντως παρήγορο ότι μια αργόσυρτη περιγραφή ενός εκστατικά όμορφου αντικειμένου μπορούσε να καταλαγιάσει και τις πιο υπερχειλισμένες σκέψεις.
Ή το γυάλινο γαλάζιο μιας πισίνας από ψηλά.
Όπως όταν νοσταλγείς κάτι που δεν θυμάσαι.

Δήλωνε, τότε, ευθύμως διατηρητέα και ευελπιστούσε άμεσης ψυχικής αποκατάστασης.
Κάθε φορά όμως που γλιστρούσε αθέλητα
στη σωστή χαραμάδα
ατυχούς γούστου λεπτομέρειες γίνονταν άξαφνα σημεία φυγής,
εικόνες ριπές-
που πάσχιζε να συγκρατήσει σε
είκοσι εκατοστά λευκό
ριγέ,
λεκέδες γκρι ακατάστατοι,
αμφιδέξιες προθέσεις
όρια- ουσιαστικά αδιαπραγμάτευτα
πλανόδιοι συγγενείς με αλλεργικά επίθετα
Ποιητική ασωτία -βολεμένα ρήματα
Εξάλλου η ομορφιά, έλεγε,
δεν γνωρίζει ανακωχή.

Tuesday, September 15, 2009

lights off

Αυτή η βροχή ακούγεται σαν βάλσαμο
σαν να σου ψιθυρίζουν καλά νέα
– τι απάτη!

Κι ας τρώγομαι
κι ας τρώγομαι, το ξέρω επιμένω
Και ας διπλώνομαι στα δύο και ας αλλοιώνομαι αργά
Αλλάζω δέρμα επιτέλους κι αρνούμαι να ξυπνήσω
Ανακατεύω μόνο με τα δάχτυλα τη λογική που σμπαραλιάζεται κάτω από αγριεμένα νύχια
- τι ευχαρίστηση!
Πιστή στο παραμύθι μου θα μείνω κι ας με φυσάει ένας θυμός ζεστός - με γέλασε, νόμιζα ότι είχε δροσίσει - και μου μαδάει ορμητικός τις βλεφαρίδες
αυτή όμως τη φορά δεν πρόκειται να κάνω ευχή
τις έχω εξαντλήσει
(αστραφτερά κουτιά με παρδαλές κορδέλες- ποιος νοιάζεται;
σφυγμοί χωρατατζήδες)
απλώς θα τρέξω να κρυφτώ από το φως
που έγινε άξαφνα πολύ

μα ποιος τέλος πάντων ζήτησε τόση αλήθεια;

Thursday, September 03, 2009


Ονειρευόταν ότι χανόταν σε πράσινα βαθιά
και κρύα νερά
μέχρι να μουλιάσει σύσσωμη
και το μυαλό γινόταν τόσο ρευστό και αλμυρό
που τα πρόσωπα του σεπτού Θιάσου συγχέονταν
ανταλλάσσοντας πρόθυμα ρόλους
απαλά, με μια ανύποπτα ευπρόσδεκτη
όσο και αναπάντεχη συνέπεια.
Και μάζευε λέει μόνο τις λευκές στρογγυλές πέτρες
για να μη χάσει το δρόμο
-λόγω της χαρακτηριστικής της πλέον
συναισθηματικής αφηρημάδας.
Και τότε έρχονταν εκείνες οι απρόσκλητες σκέψεις
που την αγκάλιαζαν δριμείες και στιβαρές
γεμίζοντάς την με μια στιγμιαία
Γλυκύτητα
που αποκτούσε έξαφνα-και επιτέλους- όνομα και ιδιότητα
-ως τότε αχαρακτήριστη βλέπεις.
Κι όλα αυτά μόλις λίγο πριν ακουμπήσει
την άκρη της κατηφόρας
της εμφανώς ανεπίστρεπτης
ιλιγγιώδους και άφατα ελκυστικής.
Όπως άλλωστε
οφείλουν να είναι
όλα τα ιλιγγιώδη πράγματα.

Sunday, August 30, 2009

και ήταν και κάτι νύχτες που άνοιγαν απ' τη μία και έκλειναν απ' την άλλη
ποτέ και τα δύο από τη μια μεριά

Saturday, August 29, 2009

sea through


Και να που σου μιλώ ξανά , στερούμενη ανέμου ωστόσο
Αν και φυσάει πολύ δίπλα στη θάλασσα
Και με τυφλώνει ευγενώς η αντηλιά
Και δεν μπορώ να δω το πλάνο
Το τιτάνιο
Διάσωσης
Που έφτιαχνες για μένα –λέει-τόσες δεκαετίες
Τώρα που τα καράβια φύγανε
κι αδειάζει το τοπίο
Κι εκεί που χάιδευα ακούραστη την ένταση
-εκείνη την αδέξια ξέρεις
που κάποιος κάποτε δικαίως την ονόμασε ψυχή-
Κι από θηρίο ακοίμητο και λαίμαργο την έκανα παιδάκι ντροπαλό
Κι ησύχασε κι αυτή κι εγώ
κοιμήθηκα-λέει- μια στάλα
(σωσμένη νόμισα η άμοιρη απ’ την πείνα της)
τώρα να πάλι την ξυπνάς με φρούδους κρότους
βάζεις το δάχτυλό σου στους καιρούς
μετακινείς τους τόπους
κι αγριεύεις πάλι τα νερά
ακόμα κι αυτά τα ήρεμα των λιμανιών
και δεν αφήνεις τα καράβια
(τις βάρκες πια –πρόλαβαν είπες τα μεγάλα να φύγουνε νωρίς)
ν’ αποχωρήσουν ομαλά ανοίγοντας ιστία
μ’ αν δεν αδειάσει το λιμάνι
αρχηγέ
πως θα χωρέσουν οι βάρκες οι άλλες;

Wednesday, July 08, 2009

γιατί ακόμα κι αν ο ήλιος έξω
ακόμα,
πάνω απ' το μαξιλάρι μια σκούρα συννεφιά
κι έτσι τα πρωινά πια δεν τραγουδάνε εικόνες
σε κλειστά μάτια
μόνο περμένουν στη σειρά να φαγωθούν από το χρόνο

το άλμπουμ έκλεισε μπορείς να αποσυρθείς

οι πιο ωραίες λέξεις έρχονται μετά το τέλος έλεγε

Tuesday, June 30, 2009

Απαγορεύεται η προσπέραση

Εξάλλου κάπου μετά τα μεσάνυχτα όλα μοιάζουν αφετηρίες
ακόμα και τα πιο μικρά και ασήμαντα

και μέχρι τότε
αυτό το δέρμα όσο και να το τραβάς δεν πρόκειται να αλλάξει
μα θα σε κλείνει πέτρινο μέχρι να ξεραθεί
να πέσει μόνο του

όταν πια δεν θα μετράς
αδιέξοδα βράδια,-
ξέρεις από εκείνα που τα κρατάς με δυσκολία ξάγρυπνα μήπως και σε ρίξουν μεθυσμένα στο σωστό δρόμο-
γυμνούς μονόδρομους
-και μη κοιτάξεις πίσω
όσο ο Λωτ δεν σου κρατάει το χέρι,
απαγορεύεται η προσπέραση σου λέει μετά

αλλά θα προσπερνάς πλέον άφοβα
μονάχα όταν θα έχει αποσταχθεί η νοσταλγία
για εκείνο το όμορφο κίτρινο
που έμεινε για λίγο μέσα σου
κάτι χρόνια πριν

Friday, June 26, 2009

Κι εκείνα τα αστικά και στριμωγμένα βράδια
τα ζεστά
-που ένα ρεύμα αέρα μόνο φαινόταν ευλογία
και λόγος για χαμόγελο- αργά
κάπου εκεί κοντά κάποιος υπέφερε,
-συμπτώματα έλλειψης σημασίας-
μιλούσε τότε δυνατά στο θάνατό του
ζητώντας ολοκλήρωση
κι έτσι όταν έφτανε σε μένα η φωνή του
βραχνή και βροντερή
περιμετρικά
-λες και γυρνούσε γύρω γύρω από τον πόνο-
να καταλήγει άσπλαχνα
σε βιβλικές προβλέψεις
ο κάθε θόρυβος μετά ακουγόταν σαν λέξη θεϊκή
ακόμα απρόφερτη

Wednesday, June 24, 2009

Έκρυβε τότε τους συνήθεις τρόμους της πίσω από τον σκούρο θόρυβο μιας ταραγμένης κιθάρας -ή ενός μπάσου- που επιπλέει ακάθεκτος πάνω από θάλασσες κόσμου μεθυσμένου από καλοκαιρινές αναθυμιάσεις.
Ματαίως, φυσικά, καθώς εκείνοι πάντα αποδεικνύονταν πιο δυνατοί.

Wednesday, June 10, 2009

κι ήταν και το καλοκαίρι που απλωνόταν αργά ακέραιο και πολύ σαν πύο με
κάτι μεσημέρια ανάγωγα ζεστά που παραληρούν στο κεφάλι σου ένα βουνό λέξεις και συ σ΄ ένα ντιβάνι σκόρπια να παρακαλάς μη -σταμάτα σταμάτα λίγη ησυχία μόνο ένα λεπτό καθαριότητα αλλά κάθε που λες ησύχαζε να τότε χτυπούσε μια πόρτα και οι ταλαντώσεις του κλειδιού έφτυναν κι άλλες λέξεις κι άλλες εικόνες κι άλλους φόβους και ξέρεις τότε φτάνει μια γραμμή άσπλαχνο φως κι ένα κενό στο στομάχι για να νομίζεις ότι περιγράφοντας λεπτομερειακά μια τετράωρη εμμονή ή το σχήμα ενός κενοφανούς λεκέ σε ένα δημόσιο τάπητα γίνεσαι ποιητής

Thursday, June 04, 2009

Κάθε φορά που μύριζε βροχή δε, καταλαμβανόταν από μια ανοικονόμητη απόλαυση σαν αυτή που σε γεμίζει μετά από ένα μακρύ ξεκαρδιστικό γέλιο.
Πίστευε εξάλλου ακράδαντα ότι μερικές στιγμές ο χρόνος της αρνούνταν πεισματικά να περάσει. Ζούσε τότε στωικά μέσα σε ένα απέραντο ταυτόχρονο όπου τακτοποιούσε διαδοχικά πακέτα γεγονότων συσκευασμένα με μάλλον αυθαίρετα κριτήρια.

Monday, June 01, 2009

Βεβαίως τίποτα δεν την κλόνιζε περισσότερο από την αλάνθαστη σιγουριά που συνεπάγεται ένας τέλειος κύκλος ή ένα ζευγάρι παντόφλες κάτω από το κρεβάτι.

Friday, May 29, 2009

Ήταν και εκείνα τα πρωινά που αδυνατούσε για αρκετή ώρα να συνειδητοποιήσει αν είχε μόλις ξυπνήσει ή μόλις ξεκινούσε να ονειρεύεται, κάτι που αμυδρά θύμιζε μια περίφημη πεταλούδα.
Ούτως ή άλλως ποτέ δεν ήταν απολύτως σίγουρη για το τι ήταν όνειρο και τι όχι.

Wednesday, May 27, 2009

Όλα αυτά φυσικά μέχρι να έρθουν εκείνες οι πηγμένες σκέψεις που φράκαραν στο στήθος σαν λυγμοί και μεταμφιέζονταν ευθύς επιδέξια σε χαμόγελα συγκαταβατικής συμπάθειας

κυρίως όταν βλέπονταν τυχαία μετά από πολύ καιρό
κάθε φορά δε, που η μέση χρονική διάρκεια μεταξύ δύο διαδοχικών συναντήσεών τους ξεπερνούσε ένα συγκεκριμένο αριθμό Σαββάτων πίστευε ότι κάτι κάπου γύρω της έπαυε να λειτουργεί
σταματούσε τότε προσεκτικά το μυαλό της και αφουγκραζόταν με ακρίβεια αυτόν τον κόσμο που κάποιοι ονόμαζαν πραγματικότητα
το αποτέλεσμα την τάραζε συνήθως τόσο πολύ που για να συνέλθει έπρεπε να μείνει για πολύ ώρα κάτω από καυτό νερό

με κίνδυνο να σκουριάσουν κρίσιμα εξαρτήματά της, όπως η καρδιά για παράδειγμα.
Ώρες ώρες ανέπτυσσε μια αφάνταστη απέχθεια για το ανθρώπινο είδος, που μπορούσε να αντιμετωπίσει, μάλλον μερικώς, μόνο με κυνικό χιούμορ ή με την απροσδόκητη ασφάλεια που προκαλεί το παλαιωμένο άρωμα ροδόνερο μιας αξιοπρεπώς γηραιάς κυρίας που θα κάτσει δίπλα σου στο λεωφορείο.

Tuesday, May 26, 2009

Βεβαίως γνώριζε πολύ καλά, από τις οδηγίες χρήσεως, ότι σε αυτές τις περιπτώσεις συναισθηματικής βλάβης η καλύτερη αντιμετώπιση ήταν η εκφορά συγκεκριμένων λόγων. Την απέφευγε όμως συνειδητά, παρά την προφανή ευκολία της, καθώς οι λέξεις -και ιδιαίτερα εκείνες που αρμόζουν σε τέτοιες περιστάσεις-ποτέ δεν της ήταν ιδιαιτέρως πιστές.

Friday, May 22, 2009

Έτσι, παρά την επιτηδευμένη συγκρότηση και σοβαρότητα που εξασκούσε –χρόνια τώρα- με συνέπεια, δεν μπορούσε να ελέγξει συγκεκριμένες ανεπιθύμητες αντιδράσεις όπως μια μικρή προσμονή στο αριστερό μάτι κάθε φορά που κοιτάζονταν, ή μια προ-εφηβική αμηχανία όταν βρίσκονταν μόνοι τους σε δωμάτια αμφίβολου φωτισμού και άγγιζαν τυχαία το ίδιο αντικείμενο.

Thursday, May 21, 2009

παρακολουθούσε τότε, ανίκανη-ή μάλλον αδύναμη- να επέμβει, τον υποτιθέμενο εαυτό της να απαγγέλλει με θεαματική ακρίβεια και φυσικότητα τον ρόλο της, σε λάθος όμως έργο

παρά την παράδοξη φυσιολογικότητα των καταστάσεων που προέκυπταν το αποτέλεσμα στην ουσία ήταν τελικώς μια πληθώρα παρεξηγήσεων
Άλλοτε πάλι είχε την περίεργη πεποίθηση ότι δεν υπήρχε στην πραγματικότητα, γεγονός που δικαιολογούσε την αλλόκοτη αίσθηση έκπληξης που της προκαλούσε το να βλέπει τον εαυτό της από άγνωστες γωνίες όπως γίνεται για παράδειγμα σε αφηρημένους χώρους καλυμμένους περιμετρικά με ευμεγέθη κάτοπτρα.

Wednesday, May 20, 2009

καμιά φορά της στοίχειωναν το μυαλό περίεργοι διάλογοι, από φωνές άγνωστες ή ίσως πολύ αμυδρά –και μάλλον γι΄ αυτό κάπως τρομακτικά- γνωστές-σχεδόν απόκοσμες, θα έλεγε- με λόγια ακατανόητα αφού είχε χάσει την πλοκή κι έτσι αδυνατούσε να συλλάβει την υπόθεση, σαν πρόβες σε κείμενα άγραφα, θεατρικά, εξαίρετων ερμηνευτών πάντως-λες και υπέκλεπτε νοητικώς μυστήριες συζητήσεις από μια άλλη εποχή ή άκουγε κλεφτά κι ανύποπτα κάποια ιδιαιτέρως σημαντική στιγμή απ’ το μέλλον

Tuesday, May 19, 2009

Sick

Η επιθυμία ξεκίνησε αρχικώς ήπια και φαινομενικά ανώδυνα από τον εγκέφαλο αλλά σιγά σιγά έκανε μεταστάσεις και στο υπόλοιπο σώμα. Πρώτα ήταν στα χέρια, στο λαιμό και στη βάση της ραχοκοκαλιάς μετά κατέλαβε σταδιακά το στήθος, την κοιλιά και τα γόνατα μέχρι που κάποια στιγμή η ασθενής συνειδητοποίησε με τρόμο ότι ποθούσε το εν προκειμένω επιθυμητό αντικείμενο με όλο της το κορμί. Καθώς γνωστή αποτελεσματική θεραπεία δεν υπήρχε- και αρνούταν οιαδήποτε αφαιρετική επέμβαση με έναν παιδικό φόβο για τυχόν μετεγχειρητικά σύνδρομα αναισθησίας- το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να υπομείνει τον έντονο πόνο μέχρι το κακό να κάνει τον κύκλο του, να ξεραθεί και να αποβληθεί τελικώς μόνο του από το νευρικό της σύστημα. Η μόνη ανησυχία των θεράποντων ιατρών –σε τέτοιου είδους περιπτώσεις-είναι μήπως ακόμα και μετά την οριστική αποβολή της νόσου παραμείνει μία χρόνια καρδιακή μόλυνση.

Monday, May 18, 2009

πόρτα

είναι ακλείδωτη η πόρτα περιμένει
πάντα ακλείδωτη
κι ανοίγω μήπως και σε δω και κλείνω που δεν σε είδα
κι ανοίγω πάλι μην και σε δω και κλείνω
και ανοίγω και σε βλέπω και κλείνω πάλι
και ξανανοίγω και δεν σε βλέπω και πάλι κλείνω
κι όταν ανοίγω και δεν μπορώ να σε κοιτάξω κλείνω τα μάτια όχι την πόρτα
αλλά ανοίγω
ανοίγω πάντα
όσο είναι ξεκλείδωτα
ανοίγω μόνο για να σε βλέπω
ή να μη σε βλέπω
για να κλείνω και να ξέρω ότι όταν θα ξανανοίξω
μπορεί και να σε δω ξανά
και θα ανοίγω και θα κλείνω
και θα ανείγω και θα κλοίνω
μέχρι κάποιος να την κλειδώσει επιτέλους
αυτή την πόρτα

Thursday, May 14, 2009

λαθραία

έσβηνε τότε τα φώτα και έπεφτε σε ένα μνημειακό παραλήρημα αλλεπάλληλων και ασήμαντων εικόνων επενδυμένων με ήχους βροντερής όπερας σε γλώσσες που δεν είχαν ακόμα εφευρεθεί και από τα παράθυρα άφηνε να μπαίνει μόνο η μυρωδιά από αγουροξυπνημένα τροπικά νυχτολούλουδα-που όπως και να το κάνεις είναι αδύνατον να την αποφύγεις άγριες νύχτες σαν κι ετούτες- ή η μελωδία των στεναγμών δυο αβάσταχτα ερωτευμένων ανθρώπων που έσμιγαν για πρώτη φορά στα κρυφά πίσω από ένα παρατημένο φορτηγό μιας χρεοκοπημένης μεταφορικής

Tuesday, May 05, 2009

Ghost II





Κι ότι έρχεσαι τα βράδια μόλις κοιμηθώ
νομίζεις δεν το ξέρω;
Λες και δε νιώθω δάχτυλά να περπατούν στην πλάτη μου δικά σου μονοπάτια;
Το στόμα σου μισάνοιχτο, μετέωρο να μένει
στη βάση του λαιμού μου;
Κι η ανάσα σου να συλλαβίζει αχόρταγη τουλίπες πεθυμιάς στο πλέγμα των μαλλιών μου;
Λες δεν ακούω τα χέρια σου διστακτικά- σαν άπειρα- να περπατούν της μέσης τις καμπύλες;
Τα μάτια σου δε νιώθω να κατρακυλούνε άηχα στο σχήμα των χειλιών μου;
Δε με πονούν τα δόντια σου όταν απαντούν ανήλεα στις άκρες των δαχτύλων μου;
Τι λες;
Πως δεν σ’ ακούω να μου μιλάς - με σύμφωνα λαρυγγικά;
Πως δε λιγώνομαι στη γεύση του ιδρώτα σου
λίγο πριν λαχανιάσεις;
Λες να ξεχνώ το κάψιμο της γλώσσας σου γύρω απ’ τον αφαλό μου;
Η μυρωδιά σου όταν ξυπνώ δεν με καταδιώκει
λες;
Κι ότι τα λόγια μου δεν έχει ύπουλα στοιχειώσει τ’ όνομά σου;
Τι λες πως θα το άντεχα στ’ αλήθεια να σε αντάμωνα;
Να άνοιγα τα μάτια;
Και τότε τι θα πρόσμενα;

Friday, April 24, 2009

Wednesday, April 08, 2009



κι αυτά τα νυχτολούλουδα τα άτιμα
ζαλίζουν πιο πολύ κι από αλκοόλ
δυο βόλτες κι είσαι ντέφι

Tuesday, March 31, 2009

Παύση


Θα ήθελα λοιπόν απόψε να μου χάριζες
μία Μεγάλη λύπη,
Αρχοντική,
από αυτές τις θρυλικές που αναβλύζουν πανδαισίες
λεκτικές-
χωρίς χωνευτικές επιείκειες, παυσίπονα ελαφρυντικά,
ή γλυκαντικές παρηγοριές
πεπερασμένης λήξης.
Μία Λύπη χορταστική
βαριά και καρπερή σαν μέθη από σαμιώτικο κρασί
Να μου φιμώνει το μυαλό μονωτικά
και να ηχεί πλέον βροντερά
σαν εμβατήριο
εκείνο το ακόρντο
ανθρώπινης οδύνης
πάγιου τέλους
-και αρχής-
λαχανιασμένο και βραχνό,
σαν τη βοή
επιθανάτιου ρόγχου
-άλλωστε κάθε ακούσια απώλεια προσμονής,
κάθε αιφνίδια παύση επιθυμίας
κάθε επιτακτικός ή κι ευγενής στραγγαλισμός ελπίδος
διακαούς
Κάθε ήσυχη ματαίωση
είναι ένας μικρός θάνατος
και απαιτεί ένα πένθος -

Αδέκαστη και σκιερή
να θρέφει ανασφάλειες
φόβους ατροφικούς
Ευρύχωρη και σεβαστή
σαν Ιαματική Πληγή
Μια Λύπη εγκυμονούσα λόγια νόθα
Έτοιμη να ανθίσει φράσεις παρθένες
Και λήμματα ολοκαίνουρια – απρόφερτα ακόμα
Για να ντυθούν τα άλεκτα ,τα αφάνταστα
ή μόνο τα φανταστικά
(που είναι πάντα πιο γυμνά)
Μια Λύπη γαλαντόμα και σοφή.

Thursday, March 26, 2009

Μια βροχή





Κι έπιασε εκεί στα ξαφνικά μια νεροποντή απέραντη
Σχεδόν Επική
Που, έλεγε, κοίτα να δεις
μοιάζει να μη τελειώνει ποτέ
κι έτσι να ζούμε πάντα σε ένα όξινο
καθεστώς βροχής
με -περιστασιακά –και ίσως ευάρεστα- ρίγη νοσταλγίας,
μουσκεμένοι ως το κόκαλο,
αναζητώντας δυο λεπτά ζέστης
μυθικής-
αφού θα έχουμε ξεχάσει πια
τη γλύκα υψηλών βαθμών
που προσφέρει
ένα σώμα
-εξαίσια-
θερμαντικό
Και λέει Να
θα μάθω τώρα –
να μιλώ με τη βροχή,
να κοιμάμαι με τη βροχή και να σε κοιτώ
–περιστασιακά- και μόνο
μέσα από τη βροχή
αφού η μόνη πιθανή θέρμη
σ’ αυτές τις –έκτακτες- συνθήκες υγρασίας
Θα ήταν ο πυρετός
Που προκαλεί
ένα βλέμμα
παραδόξως μακρόσυρτο

Friday, March 13, 2009

Thursday, March 05, 2009

Heinz’s justice

Ο Heinz βγήκε στο μπαλκόνι βιαστικά με το ποτήρι στο χέρι και το τσιγάρο στο στόμα. Το κρύο ήταν διαπεραστικό αλλά δεν τον ένοιαξε. Ήθελε να αναπνεύσει βαθιά κρύο αέρα, να τον ταράξει κάτι διαφορετικό από εκείνο το κύμα θυμού και απογοήτευσης που τον έπνιγε 45 λεπτά τώρα που καθόταν ακίνητος μουδιασμένος στον καναπέ του. Τα νεύρα του ήταν τεντωμένα και το αλκοόλ άρχιζε να επιδρά σταδιακά αλλά καταλυτικά στο μυαλό του. Ήδη τελείωνε το μπουκάλι με το ουίσκι και ασυνήθιστος όπως ήταν στο ποτό ένιωθε το κεφάλι του να θέλει να ανατιναχτεί και το στομάχι του να ανακατεύεται σαν πλυντήριο. Ένιωσε τη χρόνια αναφυλαξία του να του πυρώνει τα μάγουλα και δάκρυα να σχηματίζονται στις άκρες των ματιών. Άλλη μια φορά είχε κλάψει στη ζωή του. Όταν μαθεύτηκαν όλα, χρόνια πριν, μόλις πριν φύγει οριστικά από το χωριό του.
Οι απογοητεύσεις τον τελευταίο καιρό στη ζωή του ούτως ή άλλως ήταν το σύνηθες. Οι ατελείωτοι καυγάδες με τη μάνα του στην πατρίδα, η ωραία Σοφία που δεν γύρισε ποτέ να τον κοιτάξει στο γραφείο, οι δουλειές που ήταν λιγοστές σε σημείο που αναρωτιόταν γιατί τον κρατούσαν στην εταιρία, οι προσβολές και τα πειράγματα από τους συναδέρφους που νόμιζαν ότι δεν καταλάβαινε γρι ελληνικά. Καταλάβαινε όμως. Και απλώς άντεχε, τα κατάπινε όλα στωικά, χωρίς εξάρσεις και θυμούς. Είχε εξάλλου έρθει στην Ελλάδα ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο, για να ξεφύγει από το θυμό και την ντροπή για τις πράξεις του που οδήγησαν στην εσπευσμένη φυγή του από την πατρίδα . Και στη νέα χώρα άγνωστος μεταξύ αγνώστων είχε αποφασίσει να παραμείνει αόρατος και να μη δίνει σε κανέναν δικαιώματα. Και φυσικά να μην ξανα υποπέσει στα άτιμα πάθη του.
Έκανε λοιπόν τη δουλειά του ήσυχος και αμίλητος, δεν ενοχλούσε ποτέ, δεν έβγαινε, δεν είχε φίλους, ούτε καν στις πουτάνες δεν πήγαινε, μάθαινε μόνος του σπίτι τη γλώσσα για να συνεννοείται στα απαραίτητα και η μόνη του πιο «ανθρώπινη» επαφή ήταν σε πολύ ειδικές περιπτώσεις κάτι μεταμεσονύχτια chat με ενήλικες αυστηρά γυναίκες από την άλλη άκρη της γης. Τις υπόλοιπες νύχτες έβλεπε hard core νόμιμο πορνό από την τεράστια συλλογή που κατέβαζε χρόνια τώρα από το διαδίκτυο. Και δεν έσκαγε για κανέναν και για τίποτα. Είχε μάθει πλέον αποτελεσματικότατα να τα καταπιέζει όλα και να επιβιώνει σε μια καλοστημένη και άτρωτη αυτονομία.
Απόψε όμως η εξασκημένη ανοχή του είχε φτάσει τα όριά της. Και δεν έφταιγε το μαντάτο της ξαφνικής εισαγωγής της μάνας του στο νοσοκομείο με οξύ καρδιακό επεισόδιο, ούτε το ότι η Σοφία των φαντασιώσεών του-φτυστή η πολυπόθητη Jena - συνάμενη κουνάμενη ανακοίνωσε τους αρραβώνες της στη δουλειά, ούτε καν η εκ των έσω πληροφορία που κυκλοφορούσε στο γραφείο για έναρξη απολύσεων την άνοιξη στα τμήματα μεταφραστών. Όλα ένιωθε ότι μπορούσε να τα αντιμετωπίσει. Η μάνα του θα γινόταν καλά, το ήξερε, ήταν σκληρό καρύδι, εδώ άλλα κι άλλα δεν τη ρίξανε, αυτή θα τους έθαβε όλους, το τσουλάκι η Σοφία με τον γλοιώδη αρραβωνιάρη της να πήγαινε στο διάολο, είχε την αυθεντική Jena σε εκατοντάδες ταινίες για να περνάει «καλά» τα βράδια όποτε ήθελε, δουλειά θα έβρισκε αλλού και θα ξεφορτωνόταν και όλους αυτούς του ηλίθιους που τον κορόιδευαν μπροστά στα μάτια του για τις ριγέ κάλτσες και τα παλιομοδίτικα γυαλιά. Αν χρειαζόταν στο κάτω κάτω θα άλλαζε πάλι χώρα-τίποτα τέτοιο τετριμμένο δεν τον φόβιζε. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο όλα τα είχε ξαναπεράσει και αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Αυτό που τον τσάκισε απόψε, που τον έκανε να θέλει να κλάψει και να πιει ένα ολόκληρο μπουκάλι ουίσκι και να κάνει τρία πακέτα τσιγάρα ήταν ο Jack του. Ο Jack και η απαράδεκτη και σχεδόν ακατανόητη συμπεριφορά του. Ο άνθρωπος που αποτελούσε πρότυπο τιμιότητας και ακεραιότητας για τον Heinz, εκείνος που αντιπροσώπευε ό,τι πιο ηθικό, καθάριο και αγνό, ό,τι πιο ελπιδοφόρο για το ανθρώπινο είδος, είχε απόψε διαπράξει το πιο ειδεχθές έγκλημα. Είχε σκοτώσει ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι 14 ετών που εκτός των άλλων τύχαινε να είναι και κόρη της αδερφής του! Ο Jack, ο πολυαγαπημένος Jack που αν ο Heinz έκανε ποτέ γιο θα του έδινε το όνομά του και θα ευχόταν ολόκαρδα να του μοιάσει σε όλα – έλεγε κάποτε…- αυτός, ο Ήρωάς του σκότωσε την ίδια του την ανιψιά. Χωρίς δεύτερη σκέψη ή έστω προσπάθεια να το αποφύγει. ΟΚ η κοπελίτσα ήταν πρεζάκι τελειωμένο με γεμισμένο όπλο στα χέρια και τον απειλούσε στα 2 μέτρα, αλλά… δεν έπαυε να είναι ένα παιδί…Ο Heinz ήταν σίγουρος ότι αν ο – ικανός στα πάντα ως γνωστόν - Jack ήθελε, μπορούσε να την αφοπλίσει ανετότατα χωρίς, όχι να χρειαστεί να διαπράξει φόνο αλλά και χωρίς γρατσουνιά καν. Απλώς δεν θέλησε. Αφέθηκε έρμαιο του θυμού του, της αγανάκτησης για την εξακολουθητικώς –είναι η αλήθεια- ανάγωγη συμπεριφορά της απέναντι στη μητέρα της και αδερφή του και της ανάγκης του για εκδίκηση –η Φλώρα ως γνωστόν είχε ρίξει τον γιο του Jack στα ναρκωτικά ανεπιστρεπτί…- δρώντας όχι πλέον σαν ήρωας αλλά σαν ένας απλός άνθρωπος με δόλια πάθη και θρυμματίζοντας έτσι όλα τα πιστεύω του Heinz, για μια κοινωνία εξελιγμένων πειθαρχημένων υπερανθρώπων, όλες του τις ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο, για ένα καθαρότερο αύριο απαλλαγμένο από ταπεινά πάθη και αδυναμίες.
Περπάτησε πάνω κάτω στο στενό μπαλκόνι τρίζοντας τα δόντια και μονολογώντας, ενώ τα δάκρυα πλέον έτρεχαν κανονικά στα κοκκινισμένα μάγουλά του,
«Σκότωσες τη Φλώρα, σκότωσες τη Φλώρα! Δεν θα στο συγχωρέσω ποτέ Jack αυτό. ΠΟΤΕ!»
Ένα σουβλερό τσούξιμο στο χέρι τον ειδοποίησε ότι πάνω στο οργισμένο παραμιλητό του είχε σπάσει το ποτήρι που κρατούσε και καθώς το ουίσκι κυλούσε στα παγωμένα και πληγιασμένα από το γυαλί δάχτυλά τον έτσούξε ακόμα περισσότερο. Ο πόνος τον συνέφερε κάπως από το μεθύσι και τον απέσπασε μερικώς από την έντονη ψυχική του οδύνη. Μπήκε αργά στο σαλόνι κρατώντας το πληγωμένο χέρι και αφήνοντας ματωμένες πιτσιλιές πίσω του και περνώντας μπροστά από την ακόμα αναμμένη τηλεόραση στάθηκε απέναντί της και της έδωσε μια δυνατή κλοτσιά. Αυτή έπεσε με θόρυβο και διαλύθηκε στο πάτωμα. Ο Heinz είχε πάρει πλέον την απόφασή του. Δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ πια στη ζωή του “Jack’s justice”.

Wednesday, March 04, 2009

Έλλειψις

Φυσικά ουδείς είχε μηδέποτε εγγυηθεί ότι δεν θα επέστρεφε.
Ποτέ εξάλλου μέχρι σήμερα –το αντιλαμβανόταν σφόδρα- οι συνθήκες δεν εστάθησαν επαρκώς εξαιρετικές ώστε να αποκλείσουν οριστικώς την εμφάνισή της.
Εξ' ου και δεν αισθάνθηκε ουδεμία έκπληξη κατά την υποδοχή της παρά μόνο μια ελαφρά στωική απογοήτευση καθώς κάθε φορά που γέμιζε εκείνη ήλπιζε ελαχίστως – καθότι υποψιαζόμενη εντόνως το μάταιο των ελπίδων της-ότι ίσως και να μην άνοιγε εκ νέου αυτή τη φορά, ίσως και να έμενε δια παντός συμπαγής και στέρεα, ίσως να μάθαινε το σώμα της να προσαρμόζεται πλέον σε τούτα τα πάγια ψυχρά κλίματα και να οχυρώνεται αποτελεσματικά απέναντι στους αιχμηρούς και καλοτροχισμένους εξωγενείς επαναλαμβανόμενους παράγοντες απάθειας και μόνωσης. Ή ίσως και να συναντούσε αισίως εκείνα τα άλλα και σπάνια τροπικά κλίματα.
Η τρύπα όμως εντέλει εμφανίσθη και αυτή τη φορά.
Ένιωσε τον κρύο αέρα να τη διαπερνά ολοσχερώς και σκύβοντας προς το στήθος της κοίταξε –όπως πολλάκις άλλοτε - παραδόξως πίσω της καθώς είχε μείνει γελοιωδώς διαμπερής.
Το απεχθές κενό είχε εισβάλει στα σωθικά της ανήλεο, αλλοιώνοντας το σχήμα της και εκκενώνοντας τη σκέψη της από συναισθηματικές φιοριτούρες, μπιχλιμπίδια τρυφερότητας και πάσης φύσεως ψιμύθια προσδοκιών.
Τοιουτοτρόπως έμεινε μόνο ένα ψυχρό ρεύμα αέρα να φουσκώνει τις –τόσο ανεπαρκείς να το καλύψουν άλλωστε- μπλούζες της και ένα υπόλευκο φάσμα να υποκαθιστά τα εξαχνωμένα όνειρά της.

Tuesday, February 24, 2009

Η επιστροφή


Άρχισε λοιπόν σταδιακά και υποσυνείδητα να δημιουργεί μόνη της ρωγμές. Ζεστά λεπτά βύθισης σε ήσυχες υγρές σκέψεις μολύνονταν με απειροελάχιστα ίχνη αμφιβολίας και τις μεταστάσεις τους. Ένα ασήμαντο τηλεφώνημα που δεν ήρθε όταν το περίμενε, ένα χαρισμένο μπουμπούκι που δεν άνοιξε ένα συγκεκριμένο πρωί, μια ιδιότροπη σάλτσα για μακαρόνια που δεν πέτυχε εντελώς, ένα ποθητό ζευγάρι παπούτσια που δε υπήρξε διαθέσιμο στο νούμερό της, μικρές καθημερινές ανούσιες απογοητεύσεις που αντί να προσπεράσει χαμογελώντας σχολιάζοντας τις ως αποδείξεις για το απρόσμενο της ζωής, όπως πριν, πίεζε τον εαυτό της να τις εκλάβει ως αδιάσειστα σημεία μιας υποτιθέμενης επερχόμενης κακοτυχίας.
Στην αρχή η επήρεια των τεχνηέντως επιτηδευμένων αυτών προσπαθειών ήταν μάλλον βραχεία. Η ευτυχία αυτονόητη και ακατάδεχτη καταλάμβανε σύντομα το εύρος της σκέψης της οργανικά και επέστρεφε με μια αδιόρατη νότα απογοήτευσης σε ευοίωνους σχολιασμούς και θερμά χαμόγελα.
Με τον καιρό όμως, και μετά από επίμονες απόπειρες, η διάρκεια επιρροής των σκιών αυξήθηκε. Λερωνόταν έτσι το φωτεινό φόντο της ύπαρξής της με λεκέδες πίκρας που την οδηγούσαν με γεωμετρικώς αυξανόμενη επιτάχυνση σε μια τεμπέλικη κατηφορική και γκρινιάρικη μελαγχολία.
Οι λιακάδες γίνονταν πλέον ενοχλητικά παρατεταμένες για την εποχή, το τσάι της είχε παραπάνω ζάχαρη απ΄ ότι θα ΄θελε, ο γάτος της ήταν φορτικά χαδιάρης, το κόκκινο κρασί της πολύ ξηρό και ο χυμός της πολύ κρύος, η ζεστασιά αφόρητη, οι παλμοί της πολύ χαμηλοί - η απόλαυση, κοινώς, υπερβολική για να την αντέξει…
Με μια λαίμαργη νοσταλγία αφηνόταν να τη συνεπάρει όσο όσο το σκοτάδι σαν την εμπειρία της αναζωπύρωσης μιας παλαιάς ισχυρής φιλίας που διακόπηκε κάποτε λόγω καταστάσεων και όχι διαθέσεων…
Η μελαγχολία πρόβαλε θωπευτικά την αγκαλιά της ποτίζοντάς την με τις απαραίτητες διεγερτικές δόσεις γλυκόπικρης ματαιότητας της ίδιας που παλαιότερα ενεργοποιούσε αποτελεσματικά τα δάχτυλά της. Οι σιωπές της επιμηκύνονταν εν τω μέσω εσπερινών ατέρμονων ενατενίσεων ντυμένων σε αργόσυρτες προκλασσικές μελωδίες ή μετά το βραδύ ξεφύλλισμα παρατημένων για καιρό κιτρινισμένων σελίδων γερμανικής ρομαντικής ποίησης…
Τα συναισθήματά της σε αυτή την κατάσταση εξακολουθούσαν βεβαίως να είναι αλλοπρόσαλλα και η αμφιθυμία της αξιοπρόσεκτη. Μέρος της τρομοκρατούνταν από αυτή τη μερική και απειλητική απώλεια της καθιερωμένης χαράς της ζωής και την αδυναμία της να χαρεί το φως, το άλλο όμως το ξεχασμένο κομμάτι της, πλέον αντιληπτό μόνο στα όνειρά, καταλαμβανόταν από μια υπόκωφη ικανοποίηση περί του φρούδου και εύθραυστου μιας ευτυχίας, που καθιστούσε επιτακτική και τουλάχιστον ενδεχόμενη την επιστροφή στην πολυπόθητη απελευθερωτική δημιουργία. Τα πινέλα πανηγύριζαν ανυπόμονα με τις φήμες και τα καβαλέτα ωσάν σε οίστρο στήνονταν αδιάντροπα στις πιο καλοφωτισμένες γωνίες έτοιμα να αγγιχτούν καθ’ όπως θα ‘πρεπε επιτέλους.

Friday, February 13, 2009

Τα όνειρα


Και μετά άρχισαν τα όνειρα. Σύντομα τρωκτικά όνειρα που ροκάνιζαν αιφνιδιαστικά ανέμελες στιγμές ευθυμίας, προκαλώντας απλανή βλέμματα και μικρούς πόνους στο στήθος. Στην αρχή ήταν αόριστα. Φαινομενικά λησμονημένα την καταδίωκαν μέσα στη μέρα ως μια περίεργη αίσθηση αναίτιας ανησυχίας. Αρνούταν πεισματικά να τα ανακαλέσει – μια μάλλον ανακλαστική αντίδραση καθώς διαισθανόταν το διασπαστικό τους περιεχόμενο-και η μνήμη της, υπακούοντας, υποταγμένη και αυτή στην εξουσία της αδρανειακής της ευτυχίας, ενεργοποιούσε τους πιο δυναμικούς μηχανισμούς απώθησης. Σιγά σιγά όμως το τείχος αυτό υποσυνείδητης προστασίας, πιεσμένο από το διαρκώς αυξανόμενο φόρτο παραγωγής, έπαψε να τα μπλοκάρει όλα, αφήνοντάς, σταδιακά, ονειρικά ρεύματα να μολύνουν τη σκέψη της με σχεδόν συγκεκριμένες εικόνες πλέον. Αγέννητα έργα ανύποπτης σύλληψης-αλλά αδιαμφισβήτητης μητρότητας- αποζητούσαν απελπισμένα να υλοποιηθούν χτίζοντάς της έντεχνες ενοχές για την μακροχρόνια απραξία της. Η παλιά γνωστή φαγούρα στα χέρια της επέστρεφε απειλητικά.
Το απροσπέλαστο φιμέ περίβλημα της μακαριότητας της παρόλα αυτά –αν και ήδη κλονισμένο από τις απειλητικές ρωγμές - συνέχιζε να τα κρατάει προκλητικά δεμένα.
Ξυπνώντας κάθε πρωί αν και στοιχειωμένη από την έντονη φαιά ονειρική προσταγή να ανοίξει το από καιρό αραχνιασμένο θλιβερό ατελιέ της, μέσα σε χρόνο ενός βλέμματος ντυνόταν την καθιερωμένη μόνωση ιλαρότητας και θέρμης. Αν και παγιδευμένη εξακολουθούσε να νιώθει ευτυχής. Και η αίσθηση αυτή όσο προχωρούσε η μέρα επικρατούσε δεσποτικά ρίχνοντας την πλέον σαφή επίγνωση των δεσμών της σε μια δεύτερη μοίρα.
Τα όνειρα όμως ήταν αδιαπραγμάτευτα. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Για να ξαναπιάσει τα πινέλα έπρεπε να σκοτώσει οριστικά την ευτυχία της.

Thursday, December 18, 2008

Α-ΠΑΤΡΙΣ



Αυξάνει
αυτή η υγρασία που μου ακινητοποιεί τα πόδια
Και δεν μπορώ να βγω παραέξω
Μόνο κοιτάω κατάκοιτη την τηλεόραση
Υπνωτισμένη από ιστορίες που δεν κρατάω την αλήθεια τους
απλώς πασχίζω το τέλος να μαντέψω
Βαρέθηκα
Ψάχνω την πόρτα για να βγω σε άλλη διάσταση
Αλλά έχω χάσει το κλειδί
Το έφαγες τελετουργικά
σε μια κρίση μεγαλείου

Μάτια κενά, στόματα άλλα
Αυτή τη γλώσσα κι αν τη μιλώ
δεν την καταλαβαίνω πλέον
Με αυτά τα σώματα τα νοτισμένα από μνήμη σάπια
ανίκανα να κινηθούν μπροστά- μόνο πλαγίως
Με αυτές τις πέτρες που σφραγίζουν τις διαβάσεις
ντυμένες με εγκώμια μπαγιάτικα και φρούδα
Σιωπάς ειρωνικά

Όμως φυλάξου
φίλτατη και ξένη

έκλεισαν πρόσφατα οριστικά οι λογαριασμοί σου
στην τράπεζα την ιστορίας
οι Επιταγές σου μείνανε τελικώς χωρίς αντίκρισμα
ξοφλήσαμε εντελώς από κάλλη παλαιά
και λαμπρές ιδέες
σώθηκε βλέπεις το απόθεμα της αίγλης

πόσο πια θα καυχιέσαι επί πιστώσει?


αφίσα Nassos K.

Friday, October 31, 2008

Insomnia


Τις νύχτες κατέφθανε πάντα αργοπορημένη,

τοιουτοτρόπως

προμηθευόταν τις ώρες της σε ειδικά πακέτα προσφορών των διακοσίων λεπτών

άνευ ύπνου.

(Αυτά είχαν μόνο απομείνει.

Βλέπετε οι άλλες οι απλές των εξήντα παντός τύπου

είχαν εξαντληθεί από νωρίς).

Αϋπνοβατούσε ματαίως λοιπόν,

και στωικώς,

μουλιάζοντας σε μια αδέσποτη εσπερινή θλίψη

που ατέρμονη, ωσάν το χρόνο,

την κατέκλυζε με ευλαβική συνέπεια,

οργανικά

όπως ο απροσδιόριστος τρόμος που σκορπά μια ιδιαζόντως φλογερή αλλά πολύ μακρινή

ομιλία

Thursday, October 23, 2008

stop




Πίσω λοιπόν από όλες αυτές τις ατελείωτες βαριές και ημιπολύτιμες κουρτίνες παραμόνευε μόνο ένας τοίχος. Γκρι ξεθωριασμένος αμετακίνητος και αλαζόνας.

Με σοβάδες να πέφτουν πάραυτα ακατάστατα σαν δάκρυα

και να του χαλάν θρασύτατα τη σοβαροφάνεια.

Τι ωραία που κρύφτηκες πάλι αναφώνησα εκρύθμως

και όπως πάντα δε μίλησε

Περίμενε μόνο μέχρι να ματώσω τις μικρές γροθιές μου

για να μου ρίξει μια ματιά επιμελούς καταφρόνιας

Friday, September 19, 2008

see through


Κάποτε ένιωθε γυάλινη
Και ευκρινής
Φοβόταν ότι όλοι στο μετρό
θα έβλεπαν τη σκέψη της
Ένα κορίτσι απέναντι
στο λεωφορείο
γέλαγε σιγανά
κάθε που εκείνη σκεφτόταν κάτι αστείο
και κάποιες ηλικιωμένες κυρίες, αυστηρές
στραβοκοιτούσαν
σε κάθε αναπόληση της
λάγνα
Μια γυναίκα ευγενική την έπιασε απ΄ τον ώμο
σε μια άξαφνη σκέψη θλιβερή
κι ένας ευαίσθητος νεαρός της έσφιξε το χέρι
στον αναλογισμό μιας παλαιάς απώλειας
Ένστολος τύπος ακούμπησε το όπλο του
ανήσυχος
επάνω σε βουβό
αντάρτικό της συνειρμό
κι ο νοητικός της θαυμασμός
για ένα αγόρι περαστικό και όμορφο
το έκανε αχνά
να χαμογελάσει


Ένα ταξί σταμάτησε πριν το φωνάξει
-πρόθυμα!-
και ο περιπτεράς
μίας πλατείας άγνωστης
της έδωσε τη μάρκα της
προτού του το ζητήσει

Τόσο διάφανη λοιπόν,
και τόσο εκτεθειμένη
φοβόταν πλέον
να σκεφτεί
και να ονειροπολήσει
μήπως είχε όνειρά απρεπή
και σκέψεις ακατάλληλες
άνω ή κάτω των 18
και τη συλλάβουν τελικά
για προβολή
δημόσιας αιδούς

Κι έτσι έπαψε να σκέφτεται

Thursday, June 19, 2008

Οι ρωγμές


Ώσπου κάποια στιγμή, μάλλον σταδιακά και άτυπα ξεκίνησαν να δημιουργούνται μικρές ρωγμές στο αστραφτερό κρύσταλλο της μακαριότητας της. Ανεπαίσθητες χαραμάδες σκοταδιού που λες και της ενεργοποιούσαν τα μάτια, λες και σκουντούσαν ελαφρά εκείνο το κομμάτι του μυαλού της που είχε πέσει σε μια καθ΄ όλα ευάρεστη χειμερία νάρκη αυτό τον τελευταίο καιρό και αρνούταν να ανασηκωθεί. Η αρχή έγινε τυχαία, μια μικρή θολούρα κάποια στιγμή στην ευτυχία της που τη σάστισε και ταυτόχρονα της έδωσε το δικαίωμα να σχεδιάσει κάτι γρήγορο στην πρώτη γόνιμη επιφάνια που βρέθηκε εύκαιρη εκεί γύρω. Η λύτρωση του να ξαναχρησιμοποιεί για αυτό το σκοπό το μυαλό και τα χέρια της μετά από τόσο καιρό σχεδόν εκτόπισε το άγχος για την πρώτη φορά τσαλακωμένη της ευδαιμονία. Ήταν σα να θυμήθηκε εκτάκτως πως είναι να αναπνέεις από τη μύτη μετά από αιώνες αναπνοής από το στόμα. Ένιωσε την παλιά γνώριμη αίσθηση να την διατρέχει σύγκορμη και αντιλήφθηκε καινοφανή ψυχρά ρεύματα να διατρέχουν την μόνιμη, τελευταία, θερμική της άλω. Το αλλοτινό εντελώς προσωπικό της ύφος σχηματοποιήθηκε αχνά μετά από πολύ καιρό στον παρθένο τοίχο και στιγμιαία νοστάλγησε την πάλαι πότε βαρυθυμία της που της διοχέτευε αστείρευτη δημιουργική ενέργεια. Ήταν όμως μόνο μια στιγμή-η επούλωση επήλθε συντόμως και η επιστροφή στην ράθυμη θαλπωρή της χαράς εξυπακούστηκε παντελώς.
Τη δεύτερη φορά που ένιωσε το τρίξιμο σχηματισμού ρωγμής συνειδητοποίησε ανήσυχη ότι ο επακόλουθος τρόμος επενδυόταν μιας υπόγειας λαχτάρας, να νιώσει ξανά το αίμα να κυκλοφορεί στα δάχτυλά της, να αναβλύσει από μέσα της ένας χείμαρρος εικόνων που τόσο καιρό μπλόκαρε η ευτυχία σαν αρδευτικό φράγμα προς χόρτασή της. Η λαίμαργη αυτοάνοση ευτυχία που θρεφόταν με τις αγέννητες εικόνες της. Μπήκε λοιπόν στον πειρασμό να μην επισπεύσει την αποκατάσταση, να διατηρήσει τη ρωγμή για λίγο καιρό ίσα μόνο για να εκτονώσει κάποιο από το δυναμικό που είχε συσσωρευτεί μέσα της. Κι έτσι για λίγες μέρες άφησε το σκοτάδι να την αγκαλιάσει με τον οικείο τρόπο του. Και τόλμησε να ξαναπλησιάσει τους ξεχασμένους της καμβάδες και να αφεθεί διστακτικά σε μια μικρή, πολύ μικρή δίνη δημιουργίας. Το σώμα της όμως αντέδρασε. Καλομαθημένο πλέον σε άλλες πιο υψηλές θερμοκρασίες νοστάλγησε την θέρμη και το φως και την αποσυντόνισε. Στην πρώτη ευκαιρία η ρωγμή επισκευάστηκε και η γλυκιά ραστώνη της ευτυχίας επικράτησε ένδοξη. Κάπου όμως στο πίσω μέρος του μυαλού της άρχισε να φυτρώνει ξανά το από καιρό ξεριζωμένο ζιζάνιο της ματαιότητας.

Sunday, June 08, 2008

Νομίζματα

χούφτες χρόνου φθαρμένου σε σακουλάκια
των τριών τετάρτων
σαν κοχυλάκια να μαζεύει
εμπρός στη θάλασσα
σαν άμμο κόκκινη και φίνα
από μια έρημο
λέει

μικρές ποσότητες λεπτών (χαμένα )
αναμονής μέσων
κουραστικών και θλιβερών,
υπόγειας ορθοστασίας,
ανούσιων και ακούσιων διαδρομών,
πορειών άσκοπων ,
σε τοπίο αδιάφορο

και ώρες άλλες
προσμονής μιας
κλήσης, δύο
που δεν έγιναν ποτέ
να τις συλλέγει,
λέει

σαν γραμματόσημα
σαν πεταλούδες τρυπημένες με καρφίτσα (δεν πέταξαν,
τις πιάσανε επιτήδεια και τώρα
επιδεικνύουνε τα κάλλη τους σε δειγματολόγια κάπως
μακάβρια
σε μια βιτρίνα σκονισμένη
γυάλινη, λίγο γρατζουνισμένη)

γι΄ αντάλλαγμα

ώρες ολόκληρες (χαμένες) εκεί
δεσμώτρια
στην κίνηση μιας πόλης
γερασμένης
αλλά αξιοσημείωτα ταχείας και θολής

κι έπειτα ήτανε και η αφίσα
εκείνη
σε ένα γραφείο
ταξιδίων
μια φορά
«Αποδράστε» έλεγε
«φτηνά»
να αποδράσει έλεγε κι εκείνη
να αποδράσει

αλλά πόσο είναι το φτηνά?
Σε τι μετράει
σε ώρες ή λεπτά?


Πόσος καιρός είναι το χρέος μου στο χρόνο
πόσες σελίδες γεμισμένες με λεπτά?
να με αφήσει ελεύθερη
χωρίς ρολόγια, κυριακές, πρωτοχρονιές?

Πόσο νομίζεται ότι αξίζει μια απόδραση?

speechless





Κι έμεινε ‘κει θαμπωμένη και Τσαλαπατημένη ελαφρώς
Από θεσπέσια εγκεφαλικά αποτυπώματα

Να αναμετρά ανταλλαγές χειραψιών
βλεμμάτων
εναέριων και
Υποκλίσεις ιδεώδεις ελαφρές
μα προπαντός ιπποτικές
με διακριτικά νοητικά χειροφιλήματα
ακολούθως

Κι εκείνη ως δεσποσύνη ευγενής,
χλωμή, λίγο φιλάσθενη κι ωραία
με τρόπο αχνό και απροσδόκητο,
ενίοτε αμίλητη
πάντα συνεσταλμένη
εμπρός στης πανοπλίας αυτής τη λάμψη
να κατεβάζει πρόθυμα τα μάτια
μη χρειαστεί να
αντιμετωπισθεί
μια ενδεχόμενη
εκδήλωση
ελπίδων

Thursday, May 15, 2008

Υπό-λυπη


Η απόφαση κατεδάφισης

ελήφθη

ερήμην μου

κι έτσι απλώς εν πλήρη αγνοία

βρέθηκα εντός

-ματαίως

αναζητώντας τους λόγους

ασταθείας των θεμελίων

(δεν υπήρχαν εξάλλου)-

θαμμένη ακαριαία,

καθώς, όπως θα γνωρίζετε

-οι περισσότεροι-

εκείνη η καταπακτή

διαφυγής

Για την οποία μιλούσαν

Οι παλιές

Φωνές

Τελικώς δεν υφίσταται

Monday, May 12, 2008

Πείναγα


Βράδυ ήτανε και πείναγα,

και μου’ πες

Να,

δάγκωσε εδώ

απ΄ το δεξί πλευρό

-και σήκωσες την μπλούζα-

αλλά Παρακαλώ

σκούπισε ύστερα τα αίματα

με τα μαλλιά σου και

δώσ’ μου

το φουστάνι σου

να δέσω την πληγή,

να φύγω κόσμια

μη λερωθεί κι η μέρα

Και δέχτηκα.

Ήτανε όμως λίγο, ίσα μια δαγκωνιά

δε χόρτασα

κι έμεινε η γεύση του επίμονη και ξένη-

επίμονη, πικρή και τόσο ξένη

που μούδιασε το στόμα

μόλις έφυγες

κι έμεινα πάλι μόνη μου

εδώ

γυμνή, και βρώμικη

κι ακόμα πεινασμένη

να πλένω τα μαλλιά μου

από το αίμα σου

να πλένω από τη γεύση σου

το στόμα μου

να πλένω όλη εμένα από σένα

Monday, March 31, 2008

Οι εικόνες

Αναμφισβήτητα υπήρχε μια πρωτόγνωρη απόλαυση που θύμιζε εντόνως επίδραση παραισθησιογόνων ουσιών χωρίς όμως την επακόλουθη πτώση. Αντιλαμβανόταν ακαθόριστα ότι είχε αρχίσει να αναπτύσσει εξάρτηση –και απεχθανόταν τις εξαρτήσεις-αλλά μέχρι τώρα δεν είχε ακόμα βιώσει παρά μερικώς και λίγο άστατα την απώλεια.
Το ατελιέ είχε αραχνιάσει από το κακό του και τα πινέλα της σκέβρωναν πεισματικά σε τυχόν –σπάνιες πια-προσπάθειές της να τα αγγίξει μην αφήνοντας την ούτε καν να τα καθαρίσει ή έστω να τα τακτοποιήσει. Οι σπάτουλες σκούριαζαν από αγανάκτηση και τα χρώματα έπηζαν από την ανία και το καθισιό. Ο χώρος που μέχρι πριν από λίγους μήνες επιστέγαζε το μεγαλύτερο-αν όχι όλο- μέρος της ζωής και δουλειάς της τώρα της ασκούσε ένα ανένδοτο βέτο στο οποίο υπάκουε σχεδόν πρόθυμα.
Κι έτσι, περνούσε τις ώρες της σε επικά τηλεφωνήματα -όσο προλάβαινε μέχρι να της κόψουν το μήνες απλήρωτο τηλέφωνο- ανακάλυπτε με ορθάνοιχτο στόμα το διαδίκτυο, χάζευε ασπρόμαυρες avant garde ταινίες μασουλώντας bitter σοκολατάκια γεμισμένα με βύσσινο και αναθεωρούσε ριζικά τις σχέσεις της με τον ήλιο που είχε πλέον πάψει να της φαίνεται αντιπαθής και αλαζόνας.
Βλέπεις η πόλη την ημέρα ήταν μια νέα περιπέτεια, που βίωνε βολτάροντας χαμένη σε ένα παραλήρημα εκστατικών σκέψεων και ανακαλύπτοντας σε ένα διαρκές ευχάριστο ξάφνιασμα απρόσμενες γωνιές μαγικής αρχιτεκτονικής, αλλόκοτα αφημένες πλατείες, πονηρεμένα παγκάκια, ιδιότροπα ρόπτρα σε ασήμαντες πόρτες, αλλοπρόσαλλους ριψοκίνδυνους κισσούς να κατακτούν άμαχους τούβλινους τοίχους, αφηρημένα σωμών σαμιαμίδια να λιάζονται, αφύσικα λουλουδιασμένα μπαλκόνια και παναστείες ολοκαίνουριες επιγραφές με σπρέι σε πρώην καθαρούς τοίχους-ένα πλήθος ευφάνταστα σκηνικά βγαλμένα από ανείπωτες ακόμα διηγήσεις, που τα βράδια λες και δεν υπήρχαν τόσο καιρό, λες και ήταν διαποτισμένα με μια ύπουλη αόρατη ουσία που τα εμφάνιζε μόνο υπό το φως του καλοκαιρινού ήλιου σαν εκείνες τις μαγικές επιγραφές με το λεμόνι που έκανε μικρή στην τελευταία σελίδα των σχολικών της τετραδίων.
Γέμιζε λοιπόν με καινούριες εικόνες που απογείωναν τη σκέψη της και μετά αλαφιαζόταν να βρει τους φίλους της να τους τις αραδιάσει και να φτιάξει μαζί τους ιστορίες με αυτές. Αλλά όταν ερχόταν η στιγμή να μιλήσει το μυαλό της βραχυκύκλωνε αυτόματα, το λεξιλόγιο της φαινόταν παλιωμένο και λίγο, τα επίθετα και τα επιρρήματα χαλασμένα, τα άρθρα άχρωμα και άοσμα, τα ρήματα χωρίς καθόλου μα καθόλου φαντασία ρε παιδί μου και τελικά δεν κατάφερνε όχι μόνο να αποδώσει εκείνη τη μαγική ευφορία που της προκαλούσαν αλλά ούτε καν να δώσει μια απλή φωτογραφική περιγραφή. Γόρδια η γλώσσα της αρνούταν αμετάπειστη να τη βοηθήσει και τα χέρια της αεικίνητα την έτρωγαν σαν να ήξεραν κάποτε τον τρόπο. Αλλά πλέον ακόμα και αυτά να τον είχανε ξεχάσει.

Wednesday, February 27, 2008

logo stigmis

Οχτώ.
Και συ άνοιξες τις χούφτες σου
Τις ερμητικές.
Σαν καρυδότσουφλο.
Και μπήκε φως και ξύπνησα.
Και θέλησα να ανοίξω και γω
τα μάτια μου
να σε κοιτάξω ολόκληρο.
Και να χαμογελάσω.
Αλλά ήταν κολλημένα.
Με κόλλα
πανίσχυρης στιγμής,
όπως αυτές
που διαφημίζουν άσκοπα
κάτι ξημερώματα,
εμβόλιμα
στα όνειρά μου
-τα cinemascope-
κορίτσια.
Χωρίς φωνή.
Μόνο με σώμα όμορφο.
Και μάτια.
Ίσα ίσα να σου κρατάνε συντροφιά
εκείνες τις άγριες στιγμές.
Όταν ξεχνώ ποιος είσαι
Αγάπη μου

backwards


Τα πρωινά δε μίλαγε. Σηκωνόταν μόνο όταν ήταν απολύτως απαραίτητο ή όταν αντιλαμβανόταν ότι η αϋπνία με την οποία πέρασε άλλη μια παθιασμένη νύχτα δεν είχε σκοπό να αλλάξει αγκαλιά άμεσα. Αγριωπή και ακόμα ασυναρμολόγητη έκλεινε άγαρμπα τις σκούρες κουρτίνες που ακόμα χασμουριόντουσαν τεμπέλες από το προηγούμενο βράδυ, λογομαχώντας άηχα αλλά έντονα με τον υπερόπτη φλύαρο ήλιο που την χλεύαζε χαιρέκακα.
Μετά, έσερνε αργά τα γυμνά πόδια της στο πάτωμα απολαμβάνοντας τα ρίγη που της προσέφεραν απλόχερα τα κρύα πλακάκια και με έναν πικρό καφέ στο χέρι-που εμφανιζόταν μετά από κάποιες ανακλαστικές κινήσεις χαμένες σε ένα νέφος αμνησίας- βούλιαζε ακόμα μισοκοιμισμένη στην ξεφτισμένη κυρίως κόκκινη, κάποτε κάπως βελούδινη ή τουλάχιστον κάτι τέτοιο luis τόσο πολυθρόνα- τελευταίο κομμάτι από ασύλληπτης αξίας σαλόνι, κληρονομιά από κάποιον άγνωστο θείο, διάττοντα, στην οικογένειά που δέχτηκε να μην την πουλήσει κι αυτή μόνο μετά από μια καλοσκηνοθετημένη απόπειρα αυτοκτονίας - κοιτώντας κατάματα τον καμβά απέναντί της περιμένοντας να της μιλήσει αυτός πρώτος.
Και μόνο μόλις αντιλαμβανόταν τους πρώτους φειδωλούς ψιθύρους του και αφού πλέον η καφεΐνη άρχιζε ντροπαλά να την κατακτά, άπλωνε τελετουργικά τα μακριά οστεώδη της δάχτυλα με τα μαβιά από το κρύο νύχια προς τα ανήσυχα παρδαλά πινέλα- που τεντώνονταν με λαχτάρα προς το μέρος της, ζητώντας της έκαστο να διαλέξει αυτό, κακολογώντας τα υπόλοιπα- και διάλεγε το πιο ευγενικό, το πιο ήσυχο και καθαρό, αν και ήξερε πολύ καλά ότι την επόμενη φορά θα ενσωματωνόταν κι αυτό ανεπιστρεπτί στον φασαριόζικο όχλο των συναδέλφων του. Και μετά από μια σύντομη συνεδρία με το σεβάσμιο και ολιγομελές συμβούλιο των χρωμάτων, άφηνε το ανέγγιχτο λεπτεπίλεπτο εργαλείο να τα βγάλει πέρα μόνο του με τον λιγομίλητο συνομιλητή της.
Το ταξίδι διαρκούσε αμέτρητες άμορφες ώρες. Ναρκωμένη από το νέφτι ακολουθούσε τις φωνές του καμβά και τις αυθόρμητες διαδρομές των πινέλων τα οποία ενίοτε τα εγκατέλειπε περίλυπα για να συνεχίσει την ντελιριακή της περιήγηση με τα εξαδάχτυλα παγωμένα χέρια της.
Και μετά ερχόταν το πρώτο χαμόγελο-ή έστω ίχνος χαμογέλιου- τη στιγμή που ο ήλιος χαιρετούσε αποδυναμωμένος από τα βουνά της δύσης και ο καμβάς της έβαζε τελεία στο τραγούδι του. Και το σώμα της βυθισμένο στα χρώματα, στις αναθυμιάσεις και στην αναγεννησιακή πολυθρόνα επιτέλους ξυπνούσε πλέον πλήρως και ανασηκωνόταν. Μέχρι οι ώρες να μικρύνουν επαρκώς άναβαν παντού κεριά, οι κουρτίνες έχασκαν απορημένες, η μπανιέρα πλημμύριζε με καυτό νερό και πυκνά μαύρα μαλλιά και όλο το σπίτι γέμιζε ασύδοτα με σανδαλόξυλο και Μπαχ. Και όταν έφτανε η στιγμή έδενε τα ατελείωτα μαλλιά της σε αμέτρητους κότσους, άρπαζε το τεράστιο σκούρο αντρικό της παλτό και έβγαινε με ένα μπουκέτο μαύρα φρεσκοβαμμένα τριαντάφυλλα για να τα προσφέρει στη νύχτα που την περίμενε έξω κατάμαυρη να τη διδάξει την τέχνη της. Λίγο παρακάτω, στα πιο σκοτεινά και παρακμιακά στέκια της πόλης οι φίλοι της περίμεναν ανυπόμονα πίνοντας το πιο νερωμένο ουίσκι και τσιμπολογώντας μπαγιάτικα φυστίκια, να ακούσουν για ένα ακόμα μακρύ βράδυ τις θλιβερές αλλά τόσο γοητευτικές της αγορεύσεις.

Thursday, January 31, 2008

ευτυχής πια


Η ευτυχία είχε έρθει και την είχε καταλάβει ήρεμα και σταδιακά σαν ίωση. Στην αρχή ως μια ανεπαίσθητη άλως γύρω της που σιγά σιγά όμως αναπτύχθηκε σε λάμψη ιδιαιτέρως υψηλής εντάσεως που δεν την άφηνε να εξαφανίζεται πλέον στις αφώτιστες λεωφόρους όπου κυκλοφορούσε μόνη, ούτε στις σκοτεινές γωνιές των μπαρ της πόλης όπου σύχναζε όταν μεγαλώνουν οι μικρές ώρες, παρατηρώντας σιωπηλά αλλά ενδελεχώς τους ανθρώπους να πίνουν, να ερωτοτροπούν και να αυτοκαταστρέφονται ηδονικά και με απόλυτη επίγνωση. Οι φίλοι της άρχισαν να φορούν γυαλιά ηλίου κάθε φορά που τη συναντούσαν, δεν άναβαν τα φώτα όταν την προσκαλούσαν σπίτια τους και δεν κάθονταν δίπλα της όταν πηγαίνανε μαζί σινεμά. Κι ύστερα ήταν κι εκείνη η απόκοσμη ζεστασιά που εξέπεμπε και μάζευε όλα τα ξεπαγιασμένα γατιά του δρόμου γύρω της. Έπαψε να χρησιμοποιεί θερμαντικά σώματα και κλιματιστικά – αναπάντεχη ευκαιρία για οικονομία με το πετρέλαιο στα ύψη και τα οικονομικά της στα βάθη -και κατήργησε τα μαύρα τεράστια αντρικά χοντρά παλτό που τη χαρακτήριζαν αντικαθιστώντας τα με πολύχρωμα αραχνοΰφαντα πανωφόρια που σκόρπιζαν κλαρωτές αντανακλάσεις και μεταξωτά αγγίγματα. Αρχικά όλοι το διασκέδαζαν με αυτή την πρωτοφανή εντυπωσιακή αλλαγή –και την οικονομία στον ηλεκτρισμό και τη θέρμανση που συνεπαγόταν-αλλά πολύ γρήγορα άρχισαν να νοσταλγούν την πάλαι πότε ιδιότυπη σκοτεινιά της, εκείνο τον μοναδικό βαρύ κυνισμό που ισοπέδωνε αποτελεσματικά ακόμα και το πιο ανάλαφρο αστείο, που κατάφερνε να βρίσκει μέσα από αναπάντεχες διαδρομές τη μαυρίλα και την ασχήμια ακόμα και στις πιο αναμφισβήτητα λαμπρές στιγμές της ζωής, όλα αυτά που την έδειχναν τόσο δυστυχή άνθρωπο μεν τόσο μεγάλη καλλιτέχνη δε. Και τώρα ήρθε αυτή η ευτυχία από το πουθενά να τη στοιχειώσει ολοσχερώς και όχι μόνο να της κλέψει την ιδιότητα να βλέπει τις σκιές πίσω από τα φωτεινά περιγράμματα αλλά και να περιχαρακώσει και αυτή την ίδια σε ένα απαστράπτοντα φωτεινό κλοιό. Αυτή η παρεμβατική ευτυχία που της μεταρρύθμισε τους βιορυθμούς της και αντί να κοιμάται τη μέρα και να ξυπνάει το βράδυ άρχισε να ξυπνάει τα πρωινά και να απιστεί στις τόσο πολύτιμες για τα έργα της νύχτες, που της άλλαξε χρώμα στο χιούμορ και στο βλέμμα και στα όνειρά της, που απενεργοποίησε παντελώς τις γοτθικές της μουσικές, που την έκανε να σηκώνει ανυπόμονα τα τηλέφωνα αντί να τα ακούει επιδεικτικά να χτυπάνε ατελέσφορα και της διέρρηξε βίαια τα ανέκαθεν σφραγισμένα παραθυρόφυλλα του ανήλιαγου άντρου της. Αυτή η άτιμη ευτυχία που έκανε εφιαλτικές τις ιλιγγιωδώς κοντινές ημερομηνίες της τόσο πολυπόθητης-για την οικονομική της κατάπτωση- ατομικής της έκθεσης και τη γκαλερίστα της να κλαίει λίτρα μαύρο ρίμελ και πανάκριβη αντηλιακή ματιών πίσω από τα σκούρα της γυαλιά κάθε που της ζήταγε ματαίως καινούρια έργα.
Αυτή η ύπουλη ευτυχία που της παρέλυσε τα μαγικά εξαδάχτυλα χέρια της και της μπλόκαρε την αεικίνητη γκρι μαρέν φαντασία της και της έκλεψε την πληθωρική και χθόνια έμπνευση με την οποία ζούσε και ξυπνούσε και κοιμόταν και πήγαινε και η οποία της ήταν πάντα τόσο αυτονόητη σαν τον αέρα και το νερό και που τώρα δίχως αυτήν ένιωθε μάλλον προδομένη (;) και ίσως και ανεπαρκής (;)και κάπως σαν ανάπηρη(;) ανίκανη πάντως στα σίγουρα να εκφράσει-με τον μοναδικό τρόπο που γνώριζε- αυτό το πρωτοφανές και ανήκουστο πράγμα που την είχε υπό την κατοχή του, ανίκανη να τιθασεύσει το φως γύρω της και να ελαττώσει την ακτίνα της θέρμης που την περιέβαλε, ανίκανη να περιορίσει τα χαμόγελα που σκορπούσε ακατάσχετα γύρω της στους περιπάτους της και που βιαστικοί περαστικοί σταματούσαν για να μαζέψουν αχόρταγα, ανίκανη πλέον να συλλαμβάνει και να δημιουργεί όλα εκείνα τα περίφημα ερεβώδη και μνημειακά αριστουργήματα που έκαναν τα μικρά παιδιά να κλαίνε με λυγμούς, τους εφήβους να γίνονται emo, τους ενήλικες να βλέπουν γκραν γκινιόλ εφιάλτες, τους ψυχαναλυτές να επιδίδονται σε αλλεπάλληλες χαοτικές διατριβές για το άτομό της και τους κριτικούς να της αφιερώνουν σελίδες και σελίδες μελαγχολικών διθυράμβων. Ανίκανη αλλά ευτυχισμένη.

Wednesday, January 02, 2008

Καλό οχτώ!!!!!!

Monday, November 19, 2007

Rexona

Από τη στιγμή που εκείνος στάθηκε δίπλα μου αναθεώρησα όλο μου το είναι.
Αποφάσεις καριέρας, προσωπικές επιλογές, μια κοσμοθεωρία 35 χρόνων στράφι.
Όλη μου η ζωή μπροστά απ΄ τα μάτια μου ασπρόμαυρη και σε slow motion.
7 εφιαλτικά λεπτά απολύτως επαρκή για να με κάνουν να προχωρήσω σε σημαντικές αλλαγές στη ζωή μου-όπως να αλλάξω πόλη ή να φύγω στα βουνά, να γίνω αγρότης, αστροναύτης, δύτης ή έστω να αποκτήσω επιτέλους αυτοκίνητο.
Ανίκανη εξ΄ ολοκλήρου να κινηθώ ανάμεσα στους παράλογα συνωστισμένους επιβάτες ή να αντιδράσω ηχηρά-λόγω μιας φυσικής συστολής που με διακρίνει ενίοτε- παγωμένη και εξαιρετικά αγανακτισμένη με τον ανεπαρκή εαυτό μου που αδυνατούσε να εκφράσει αποτελεσματικά τα έντονα και πρωτόγνωρα συναισθήματα που με πλημμύριζαν, αντιμετώπισα σιωπηλά, με δέος και τρόμο όλο το μεγαλείο αυτής της μοναδικής και –ευελπιστώ- ανεπανάληπτης εμπειρίας.
Δεν ήταν απλώς μια συνήθης, σε τέτοιες καταστάσεις, μάλλον δυσάρεστη οσμή- δεν ήταν μια σχετικά ανεκτή φυσική ανθρώπινη κακοσμία, ό,τι απέμεινε στον αέρα από ένα σουβλάκι με κρεμμύδι ή μπόλικο τζατζίκι ή και τα δύο, τρεις μέρες απλυσιάς ή μια ατυχή επιλογή φασολιών ή πράσων στο γεύμα.
Ήταν μια αιχμηρή και καίρια μυρωδιά, απόκοσμη και αφάνταστη, ικανή να σε ωθήσει να μισήσεις όλο το ανθρώπινο είδος μόνο και μόνο γιατί έστω και ένα μέλος του κατάφερε για μια και μοναδική στιγμή στο πέρας των αιώνων να την εκπέμψει.

Μια αποφορά που ανέσυρε από τα τρίσβαθα του είναι αρχέγονους φόβους και έθετε σε καταστολή κάθε γενετήσιο αίσθημα.
Ένας ζοφερός και συνάμα ευφάνταστος συνδυασμός αρώματος κλούβιων αυγών και σάπιου κρέατος, εμπλουτισμένης με μια ακατάληπτη εσάνς που παρέπεμπε ενδεχομένως σε (πολύ) ξινισμένο γάλα και παλιό ιδρώτα, με ταυτόχρονες αδιόρατες νότες παστουρμά που εμπλέκονταν ανελέητα με γνώριμες βιολογικές οσμές αμμωνίας και μεθανίου. Στο αποτρόπαιο αποτέλεσμα συνέβαλαν αβίαστα ανάλαφρες αναθυμιάσεις ψαρίλας και ποδαρίλας.
Ήταν μια δυσωδία απάνθρωπη κι ασίγαστη που χλεύαζε κάθε είδους εξελικτικής θεωρίας και για την οποία πίστευες ότι θα σε ακολουθεί πλέον αενάως. Ότι για αυτήν και μόνο για αυτήν το λυτρωτικό δώρο της λησμονιάς δεν θα σου δινόταν ποτέ. Μια ζέξη ικανή να προκαλέσει εκούσια απώλεια οσμής, ικανή να σε κάνει να χάσεις την εμπιστοσύνη σου όχι μόνο στο Hondo και τη βιομηχανία αρωμάτων και αποσμητικών, όχι μόνο στην κοσμετολογία, την επιστήμη και την τεχνολογία, αλλά στον πολιτισμό ολάκερο, στον άνθρωπο με άλφα κεφαλαίο. Στο θεό τον ίδιο.
Μια απόπνοια ανησυχητική, που νόμιζες ότι θα σε σημάδευε για πάντα. Που την ένιωθες να απλώνεται ακατάπαυστα κι επεκτατικά, έτοιμη να κατακλύσει σταδιακά και ύπουλα όχι μόνο ένα απλό, περιορισμένων διαστάσεων, μέσον μαζικής μεταφοράς αλλά ολόκληρη την πόλη σου, τη χώρα, τον κόσμο, τον πλανήτη. Το σύμπαν ολόκληρο κι ακόμα παραπέρα– καμιά διαφυγή, καμία προσδοκία. Τυφλή υποταγή.
Μια βρώμα τόσο μεστή και κορεσμένη που έμοιαζε ότι μπορούσες να κόψεις κομμάτι. Ένα κομμάτι όπου θα συγκεντρωνόταν όλη η βιωμένη ασχήμια και αηδία των ανθρώπων που έχουν ποτέ περάσει και θα περάσουν από αυτό τον πλανήτη. Όλο το έρεβος και η απόγνωση που έχει ποτέ κανείς νιώσει.
Μια χωροχρονική απειλή χωρίς έλεος, χωρίς διακρίσεις και επιείκεια για κανέναν.
Ένα όπλο μαζικής καταστροφής. Μια υποψία φρίκης θαλάμου αερίων.
Μια απροκάλυπτη ένδειξη της τραγικής μοίρας του ανθρώπου- της αδυναμίας του να ξεφύγει από τη μίζερη φύση του.
Κάτι που έφευγε πέρα, μακράν όλων των φυσιολογικών ανθρώπινων και μη ουσιών.

Ανίσχυρη και ναρκωμένη, ένα βήμα πριν τις διορατικές παραισθήσεις και το ιερό παραλήρημα αντιλήφθηκα τυχαία αλλά ωραία ότι πλησίαζε η επόμενη στάση. Οπλισμένη έξαφνα με μια δύναμη τιτάνια-σχεδόν θεία- που με έκανε να πιστέψω στην έννοια του Υπεράνθρωπου, αψηφώντας ορμητικά κάθε φυσικό εμπόδιο, εκσφενδονίστηκα σπασμωδικά, παραπατώντας προς τις πόρτες του λεωφορείου, προς τις πύλες της λύτρωσης, τις θύρες του παραδείσου φωνάζοντας με απόγνωση στο μισοζαλισμένο πλήθος γύρω μου,

«Τρέξτε ανόητοι. Τρέξτε να σωθείτε».

Tuesday, November 06, 2007

http://books.guardian.co.uk/departments/sciencefiction/story/0,6000,1144428,00.html

Monday, October 01, 2007

Rien ne va plus ii


Μπορείς τώρα λοιπόν να βουλιάξεις με ανακούφιση
Μέσα σ’ αυτή τη θαλπωρή που τόσο αποθύμησες
Ν΄ αφήσεις τους παλμούς σου να πέσουν
εξαντλημένοι
μετά από τόσα χρόνια ταχύτητας
Μέσα στο κρύο
Να αράξεις στον καναπέ που η θέρμη σχηματίζει
Στον καύσωνα μιας ήρεμης συνήθειας
Ν΄ αφήσεις τις αισθήσεις σου να πέσουν
εξαντλημένες
μετά από τόση διάρκεια αδέκαστης χρήσης
Να κοιμηθείς νηφάλιος χορτάτος και ζεστός

Μια και αυτό αποζητούσες πάντα

Και γω θα κατέβω τον δικό μου δρόμο στο θερμόμετρο
Με τους παλμούς στα ύψη
Πιο ξύπνια από ποτέ
Να πάρω την παγωνιά μου μακριά
Αυτή που έκανε την καρδιά να χτυπά πιο δυνατά
που μας κρατούσε λίγο πιο άυπνους
Λίγο πιο ζωντανούς

Αφού πάντα εσύ αναπολούσες νωθρούς καύσωνες
Και τροπικές κρουαζιέρες
Κι εγώ επέμενα σε νευρωτικές δροσιές
Και υπερσιβηρικά ειδύλλια

Saturday, September 29, 2007

Τόσα Λόγια

κρυμμένα

Sunday, September 09, 2007

to share


Λιγοθυμώ,
μασούσες το φεγγάρι μου ύπουλα
τόσο καιρό
Και τι άφησες σε μένανε?
Τι να σου κάμει μια λιανή φέτα φεγγαριού όταν
Σε άλλες μέρες πάμπολλες
είχες γευτεί λουκούλλεια πανσέληνο?


Και τώρα να μαι να μιλάω συνέχεια
παντού, χαμογελώντας λυρικά
αλλά κοίτα με,
δε λέω τίποτα
κρατάω τις λέξεις μου τις όμορφες τις πολύτιμες
τις υφασμένες με κόπο ήρεμο και πόνο άξια τροχισμένο
τόσο βαθιά σπρωγμένες στο πατάρι μου το ψηλοτάβανο
που σκιάζομαι καμιά φορά ότι θα τις ξεχάσω εκεί
και ένα βράδυ αφάνταστο ακόμα
τυχαία θα τις βρω
μισές
από τα ποντίκια τα άχαρα του εγωισμού μου ρημαγμένες
από τα ποντίκια τα άγρια του εγωισμού σου φοβισμένες

οι λέξεις όμως φίλε μου
είναι για να μοιράζονται
όπως και οι στιγμές

Saturday, September 08, 2007

όταν χάνεις κάτι
γίνεσαι μέλος τακτικό υποταγής

(Κική Δημουλά)

Sunday, July 29, 2007

είναι αυτή η ανεντόπιστη φωνή
από κάπου, κάποια απομακρυσμένη γωνία του εγκεφάλου

"επιδείνωσις, επιδείνωσις"
φωνάζει

"πρέπει να επιταχυνθεί άμεσα η παραγωγή ενδορφινών,

πριν αλλάξει στοιβάδα και εκλυθεί άχρηστη ενέργεια"

μα που πήγε το make up σου λοιπόν?
πόσες φορές σου έχω πει εξάλλου να χρησιμοποιείς αδιάβροχο
τόση αισιοδοξία βλάπτει ξέρεις,

το ποτήρι μπορεί να ήταν μισογεμάτο
αλλά το κρασί είχε ξινίσει
ξαναμετράω -με μανία-
εκείνες τις άπατες νύχτες που ολόφωτο
και ανήλεο
το παρελθόν ορμά
με ιλιγγιώδη ταχύτητα
κατά πάνω μου

- για θυμήσου, λέει χαιρέκακα, για θυμήσου-

είδες,
δεν μ'έμαθε ποτέ κανείς
ν΄αποφεύγω τα μπούμερανγκ
έτσι τραυματίζομαι τραχιά
με σημάδια από το είδος των αγιάτρευτων
από κείνα
που ειδοποιούν επώδυνα
κάθε που αλλάζει χρώμα
η -μόνιμη πλέον- θλίψη μου

όσες φορές κι αν μέτρησα
πάντα βγαίνει μια παραπάνω

Friday, July 13, 2007

take this waltz, it's been dying for years



ήθελα λέει να χορέψω ένα βαλς
μεταμεσονύχτιο
στους άδειους δρόμους μιας πόλης ζεστής
έρημης
και άγνωστης

που έλεγα πάραυτα
μηχανικά
δική μου

να στριφογυρίζω
παράτολμα
πάνω σε πέδιλα αστερόχρωμα
πανύψηλα

ισορροπίστρια περιωπής
με μάτια ανέκφραστα βαμμένα επιτήδεια
κι ένα πλατύ χαμόγελο
ξεχασμένο
από μια σκέψη χθεσινή

ακολουθώντας βήματα σίγουρα και συνεπή
σαν κουρδιστά
τάτατα
τάτατα
ένα δεξιά
δύο αριστερά

στηριγμένη σε ώμους
ορισμένους
με δυο χέρια να μου ντύνουνε τη μέση

μέχρι να κουραστώ σύγκορμη
κι ωραία

και μόνο τότε οργανικά
να λυθώ επιτέλους
σε σκαλάκια πολυκατοικίας
φιλικά
σαν τον καναπέ μου

Η νύχτα όμως είχε μόνο αγάλματα
που δεν ήξεραν τα βήματα
κι εγώ αυτό λέει

το αποκαλούσα μοναξιά

Wednesday, July 04, 2007

sou to xw pei sou to xw pei den eimai gw gia prokopi




Ήταν λες και τα βαριά
έκτακτα γεγονότα
μιας δονούμενης καθημερινότητας
κυλούσαν από το αδιάβροχο μυαλό της
όπως το νερό
από τα φτερά της πάπιας

την άφηναν τελικά ανέγγιχτη
Δεν ένιωθε τίποτα
-όσο κι αν προσπαθούσε, έντρομη.
Και μέσα στην ντροπή της-για το σκανδαλώδες αυτό γεγονός
γι΄ αυτή την ανένδοτη αναισθησία
Έντυνε τις εξοργιστικά διάφανες σκέψεις της
Τις εξευτελιστικά αδρανείς αισθήσεις της

Με αμπιγέ καθώς πρέπει αισθήματα
Καθ΄ όλα ευπαρουσίαστα

κι εντυπωσιακά
Δυο μέτρα θλίψη μεταξωτή πετροπλυμένη,
ένα ικανοποίηση
πέντε μέτρα απογοητεύσεις από οργαντίνα μαύρη
Μια ελπίδα ένα άγχος μια ματαίωση,
δυο εκατοστά χαρά πλουμιστή, πανάκριβη
Μιάμιση παλάμη αναστάτωση- double face
Μια χούφτα πάθος ασημί-στόλισμα

Κι έλεγε έτσι λοιπόν
ότι ζούσε αξιοπρεπώς
και πλήρως
με τα τούτα της και με κείνα της

Tuesday, June 19, 2007


Ε ναι με απασχολούν

οι λέξεις

αφού έχω μόνο αυτές

όταν τούτο το ανοικονόμητο αδιάπλαστο και πυκνό

διάφανο υλικό μαζεύεται σιωπηλά

έτοιμο να πλημμυρίσει σειρές και σειρές αδάμαστων στιγμών

με αυτή την επικίνδυνη ιδιότητα που έχουν τα ρευστά

να καταλαμβάνουν λαίμαργα κάθε σημείο του δοχείου που

τυχόν

βρίσκονται

έχοντας τη συγκατάβαση

του μεγάλου αφεντικού

του φυσικού νόμου.

Μόνο αυτές έχω

καλούπι μορφοποίησης

να το δαμάσω, να το κρατήσω

να το πλάσω

να πω.

αβαρείς σημαδούρες για να μη πνιγώ

νέον επιγραφές

ίσα ίσα να μη χάνω το δρόμο

φτηνός μπούσουλας

λίγες, σαθρές, αόριστες κι ανεπαρκείς

ανάξιες

ικανές μόνο για φάσμα διακριτό κι εφήμερο

όλο παύσεις στο ενδιάμεσο

μεγάλα σκοτεινά κενά-παγίδες ασυνέχειας

κι ασυνεννοησίας

των περιστάσεων

και των καιρών.

Κι αν ήθελα το απόλυτο

Πώς να μιλήσω τόσο συνεχές μόνο με λόγια;

Πώς να εκφράσεις το τόσο με κουβέντες;

Πόσο πολύ είναι το πολύ;

Πόσο λίγο το πιο,

το περισσότερο;

τι να κάνω όμως-

εγώ,

μόνο αυτές έχω

Wednesday, June 13, 2007

είναι κάτι μέρες
μισογεμάτες
ή μισοάδειες
δεν ξέρω

Monday, June 11, 2007


οι λέξεις φταίνε. Αυτές
ενθάρρυναν τα πράγματα σιγά
σιγά ν' αρχίσουν να συμβαίνουν

(Κική Δημουλά)

Tuesday, June 05, 2007

αυτή η χώρα με θυμώνει

εδώ μπορεί όποιος θέλει να στείλει τα στοιχεία του -όνομα και ιδιότητα-ως υπογραφή κατά της κίνησης "αποκαθήλωσης" από την Αστυνομία του έργου της Εύας Στεφανή "Εθνικός Ύμνος" γεγονός που συνέβη στην Art Αθήνα το Σάββατο που μας πέρασε λόγω προσβολής εθνικού συμβόλου :


asmassilavounolous@yahoo.gr

υπογραφές συλλέγονται και στο blog:

http://artlogokrisia.blogspot.com/

με σχετικό κείμενο

Sunday, May 27, 2007

ένα πιάσιμο στα γόνατα


Στους γνώριμους τόπους πάλι

συνεπώς

Στις γνώριμες ώρες, στις γνώριμες αναμονές

και εμμονές

πιάστηκαν ελαφρά τα χέρια από την προσπάθεια

Πετάχτηκαν οι φλέβες

Χτύπησε και λίγο πιο γρήγορα η καρδιά

Κόπηκε κάποιες στιγμές και η ανάσα

στο ανέβασμα-ήταν απότομο,

φοβόμουνα μη ξαναπέσω

-γθαρθήκανε τα δάχτυλα στους βράχους που κρατιόμουνα

μα τελικά κατάφερα

και βγήκα –σώα μπορεί μα όχι αβλαβής-

από την λαγουδότρυπα

που είχε ανοίξει εκείνη η μικρούλα η στιγμή

νυχτερικής αδυναμίας

στη λεία μας κανονικότητα

στην άσφαλτο του φυσικού μας χώρου

(και είχα-με- παραπατήσει ευχάριστα, είχα-με- πέσει μέσα)

επιστροφή στο τώρα

μετά την κούραση της τόσης ανάβασης

πίσω στην τάξη-το διάλειμμα τελείωσε

Friday, May 25, 2007

Βουνό με βουνό



Ένα μήνα σ' έχω χάσει βρε μπαμπέσα
κι όποιο κέντρο και να ειδώ μπουκάρω μέσα
Θα σε βρω που θα μου πας κι αν έχεις φύγει
το βουνό με το βουνό μόνο δε σμίγει

Τι σου φταίω κάθε βράδυ κι είμαι σούρα
και οι φίλοι να μου κάνουνε καζούρα
να μου λένε θα τη βρεις κι αν έχει φύγει
το βουνό με το βουνό ποτέ δε σμίγει

κι αν τυχόν κάποια βραδυά και σε τρακάρω

να το ξέρεις με το ζόρι θα σε πάρω

σαν σε σκέφτομαι με πιάνουν κάτι ρίγη

το βουνό με το βουνό μόνο δεν σμίγει


...και ένα ευχάριστο μουσικό διάλειμμα από τον Μανώλη Χιώτη

ευχαριστώ θερμά τον αποστολέα