Wednesday, April 28, 2010

η πρωταγωνίστρια απόψε δεν έχει κέφια. το βράδυ πολυσύχναστο και φλύαρο αναρίθμητοι κομπάρσοι και λιγοστοί συμπρωταγωνιστές-η πλοκή μάλλον ανιαρή και φρούδα χωρίς ανατροπές και εξάρσεις, μερικές απρόσμενες παρωχημένες guest εμφανίσεις από παλαιότερες διάττοντες φωτεινές στιγμές- ανώφελες κουβέντες ρηχό γέλιο και ληγμένες προσδοκίες-κοιλιά στο σενάριο πρέπει να ξαναγραφεί απαραιτήτως και να γίνει ανανέωση του cast γιατί το κοινό έχει βαρεθεί τους ίδιους και τους ίδιους με άλλα κοστούμια και μάτια να ανακυκλώνονται στα κάδρα και στις συζητήσεις ανύπαρκτες περιπτύξεις χωρίς ούτε καν υπόκωφες προκλήσεις μόνο παλ αναθυμιάσεις από υπονοούμενα άλλων κι αυτές ακόμα ανεπαίσθητες

οι μουσικές δε, έπασχαν.δεν ξεσήκωσαν τα πλήθη ούτε έκαναν κανέναν μοναχικό να λάμψει από λιγωμένες αναμνήσεις δεν προκάλεσαν έντονα ερωτικά λάθη δεν συμφιλίωσαν τσαλακωμένα ζευγάρια δε έκαμαν ούτε ένα περαστικό να κοντοσταθεί και να παραπατήσει σφυρίζοντας ούτε αποκοίμισαν γλυκά καμιά κουρασμένη σκέψη.δε ράγισε ούτε ένα ποτήρι, δε δάκρυσε ούτε μια εικόνα

η πρωταγωνίστρια δεν αγωνίστηκε αρκετά απόψε, έπεφτε συχνά σε ολιγόλεπτες νάρκες και ξαναγύριζε έπειτα στο χαυνωμένο κοινό της φορώντας βλέμμα γνωστού οίκου της περέασμένης σεζόν από κείνα τα κομμάτια τα σπάνια όμως που κανένας δε γνωρίζει-μεγειά το βλέμμα λέγανε μα που πας και τα βρίσκεις βρε παιδί μου-και σε πολύ καλή τιμή απαντούσε όταν δεν θυμόταν τη σωστή ατάκα μαζεύοντας υπομονετικά τις πατημένες γόπες από τα τραγούδια που οι προηγούμενοι θαμώνες πέταγαν ανύποπτοι στο θαλασσί πάτωμα -λάδι απόψε με τόση ζέστη ότι πρέπει για μια βουτιά στα βαθιά -για τις πρωταγωνίστριες οι βουτιές μόνο στα βαθιά γίνονται αλλά σήμερα δεν έχει κέφια για σασπένς κρυώνει και λίγο είναι και ένα μούδιασμα στο στόμα που δεν έστρωσε ούτε μετά τόσο μαρτίνι και τόσα κόκκινα πλαστικά κερασάκια και έτσι το επεισόδιο τελειώνει άδοξα με ζουμ στο σοφέρ της κίτρινης κούρσας που εξαφανίζεται ράθυμα στο βάθος του σκούρου μπλε πλάνου-cut

Monday, April 19, 2010

Άνοιγε τότε με φειδώ τα παράθυρα της φθοριζούσης μνήμης και ανάσαινε παλαιούς –και ενίοτε αναπαλαιωμένους- Μαΐους. Η δημιουργία των αναμενόμενων αντισωμάτων την έκανε πάντα να ανατριχιάζει ήσυχα. Στην αντίθετη περίπτωση προτιμούσε τη χρήση τεχνιτών συνθηκών θλίψης. Ελαφράς μορφής.

Friday, April 16, 2010

Στις παρυφές κάθε προσωπικής άνοιξης ένιωθε να την τρώει επανειλημμένα το μυαλό της, πάσης φύσεως γρατσουνιές επουλώνονταν γρηγορότερα ενώ ο αέρας είχε τη μυρωδιά αγκαλιάς – από αυτές που είχε δοκιμάσει με συστολή και μέτρο, σα γλυκό κουταλιού.

Monday, March 29, 2010

Κώφωση




Τα σούρουπα αφουγκραζόταν την άνοιξη ανυπόμονα
αλλά αυτή δεν του μιλούσε πλέον
και έτσι προφασιζόταν κώφωση
λόγω έλλειψης ωραίων ιστοριών, λέει,
λόγω κρίσης-ηθών και μύθων-
αν και γνώριζε καλά
ότι η άνοιξη αλλάζει συχνότητα ψιθύρων
για τους δέκτες που την έχουν αγνοήσει
τουλάχιστον μία φορά.

Monday, January 11, 2010

10

Ας γουργουρίζει δυνατά το περιστέρι έξω από το παράθυρο
ας κορνάρει κάτω από το μπαλκόνι ο ανυπόμονος οδηγός
ας περιμένει στη γωνία του κρεβατιού η γάτα με μάτια γουρλωμένα
και ας φωνάζει από απέναντι αυτός που πάντα υποφέρει
ας έπαψε ξάφνου να στάζει η φλύαρή μου βρύση
κι ας κόπηκε η ανάσα του όμορφου αγοριού μου
ας σταμάτησε αίφνης το μακρύ βοριαδάκι
κι ας σφύριξε δις φάλτσα το κουδούνι του σπιτιού

εγώ δεν πρόκειται να γράψω απόψε
μη με πιέζετε
έχω κλειδώσει τα βλέφαρα
έχω σβήσει τη μνήμη
και με κόμπο ναυτικό – από αυτούς τους δύσκολους-
έδεσα τα χέρια
α τι όμορφα που είναι έτσι για λίγο να μην υπάρχεις

Monday, December 14, 2009

late so

η απελπισία dear σερβίρεται πάντα ζεστή
όταν κρυώσει είναι αργά, απόλαυσέ την λοιπόν-
ή απλώς χρησιμοποίησέ την εντέχνως
(ψιθύριζε γενναιόδωρα)

ω, ας μη μιλάμε πια για θερμοκρασίες
μόλις πέταξα και το τελευταίο μου φουρό – δεν έχω άλλο
και πάει καιρός που ξόδεψα τελείως τη σιωπή μου

πόσο άδικα! αφού ακόμη και το σκηνικό ήταν χάρτινο
δεν πρόσεξες καθόλου τις κουρτίνες sweetie; τόσο κακής ποιότητας χαρτί
στην πρώτη απώλεια ακεραιότητας σκίστηκαν
(αναφωνούσε με συμπάθεια)

εγώ κράτησα πάντως μια λωρίδα – μου φτάνει να τυλίγομαι τη μέρα
και κάθε νύχτα να καλύπτω με αυτήν το σπασμένο παράθυρο
μέχρι να πληρωθώ ξανά με βλέμμα άτρητο, και να τ' αλλάξω

αχ darling ποιο το κέρδος ...αφού οι διηγήσεις πια τέλειωσαν,
χωρίς μεγάλα μυστικά πως θα ζητήσεις αύξηση;
κανείς δεν αγοράζει το αυτονόητο στις μέρες μας
(αναστέναζε συμπονετικά)

bifurcation



απέφευγε επίσης διακριτικά αλλά επίμονα τις πόρτες
ιδιαιτέρως τις ξύλινες
γιατί- έλεγε- τι να σου κάνει ένα φλιτζάνι τσάι-
ακόμα και αν η πορσελάνη του είναι η πιο φίνα-
όταν μια πόρτα παραμένει κλειστή;

κι όταν δεν μπορείς να προσθέσεις κάτι
τουλάχιστον να αφαιρείς
-συνέχιζε ρουφώντας ηχηρά την τελευταία γουλιά -

μα για όνομα του θεού
που ξανακούστηκε χριστουγεννιάτικο δέντρο χωρίς κορυφή;
αρχίστε καλύτερα την επανάσταση το Πάσχα χρυσά μου

και ποτέ μη ρίχνετε την πασιέντζα με το ένα χέρι
προκαλεί πονοκέφαλο

Wednesday, September 23, 2009

βόλτα

Ήταν πάντως παρήγορο ότι μια αργόσυρτη περιγραφή ενός εκστατικά όμορφου αντικειμένου μπορούσε να καταλαγιάσει και τις πιο υπερχειλισμένες σκέψεις.
Ή το γυάλινο γαλάζιο μιας πισίνας από ψηλά.
Όπως όταν νοσταλγείς κάτι που δεν θυμάσαι.

Δήλωνε, τότε, ευθύμως διατηρητέα και ευελπιστούσε άμεσης ψυχικής αποκατάστασης.
Κάθε φορά όμως που γλιστρούσε αθέλητα
στη σωστή χαραμάδα
ατυχούς γούστου λεπτομέρειες γίνονταν άξαφνα σημεία φυγής,
εικόνες ριπές-
που πάσχιζε να συγκρατήσει σε
είκοσι εκατοστά λευκό
ριγέ,
λεκέδες γκρι ακατάστατοι,
αμφιδέξιες προθέσεις
όρια- ουσιαστικά αδιαπραγμάτευτα
πλανόδιοι συγγενείς με αλλεργικά επίθετα
Ποιητική ασωτία -βολεμένα ρήματα
Εξάλλου η ομορφιά, έλεγε,
δεν γνωρίζει ανακωχή.

Tuesday, September 15, 2009

lights off

Αυτή η βροχή ακούγεται σαν βάλσαμο
σαν να σου ψιθυρίζουν καλά νέα
– τι απάτη!

Κι ας τρώγομαι
κι ας τρώγομαι, το ξέρω επιμένω
Και ας διπλώνομαι στα δύο και ας αλλοιώνομαι αργά
Αλλάζω δέρμα επιτέλους κι αρνούμαι να ξυπνήσω
Ανακατεύω μόνο με τα δάχτυλα τη λογική που σμπαραλιάζεται κάτω από αγριεμένα νύχια
- τι ευχαρίστηση!
Πιστή στο παραμύθι μου θα μείνω κι ας με φυσάει ένας θυμός ζεστός - με γέλασε, νόμιζα ότι είχε δροσίσει - και μου μαδάει ορμητικός τις βλεφαρίδες
αυτή όμως τη φορά δεν πρόκειται να κάνω ευχή
τις έχω εξαντλήσει
(αστραφτερά κουτιά με παρδαλές κορδέλες- ποιος νοιάζεται;
σφυγμοί χωρατατζήδες)
απλώς θα τρέξω να κρυφτώ από το φως
που έγινε άξαφνα πολύ

μα ποιος τέλος πάντων ζήτησε τόση αλήθεια;

Thursday, September 03, 2009


Ονειρευόταν ότι χανόταν σε πράσινα βαθιά
και κρύα νερά
μέχρι να μουλιάσει σύσσωμη
και το μυαλό γινόταν τόσο ρευστό και αλμυρό
που τα πρόσωπα του σεπτού Θιάσου συγχέονταν
ανταλλάσσοντας πρόθυμα ρόλους
απαλά, με μια ανύποπτα ευπρόσδεκτη
όσο και αναπάντεχη συνέπεια.
Και μάζευε λέει μόνο τις λευκές στρογγυλές πέτρες
για να μη χάσει το δρόμο
-λόγω της χαρακτηριστικής της πλέον
συναισθηματικής αφηρημάδας.
Και τότε έρχονταν εκείνες οι απρόσκλητες σκέψεις
που την αγκάλιαζαν δριμείες και στιβαρές
γεμίζοντάς την με μια στιγμιαία
Γλυκύτητα
που αποκτούσε έξαφνα-και επιτέλους- όνομα και ιδιότητα
-ως τότε αχαρακτήριστη βλέπεις.
Κι όλα αυτά μόλις λίγο πριν ακουμπήσει
την άκρη της κατηφόρας
της εμφανώς ανεπίστρεπτης
ιλιγγιώδους και άφατα ελκυστικής.
Όπως άλλωστε
οφείλουν να είναι
όλα τα ιλιγγιώδη πράγματα.

Sunday, August 30, 2009

και ήταν και κάτι νύχτες που άνοιγαν απ' τη μία και έκλειναν απ' την άλλη
ποτέ και τα δύο από τη μια μεριά

Saturday, August 29, 2009

sea through


Και να που σου μιλώ ξανά , στερούμενη ανέμου ωστόσο
Αν και φυσάει πολύ δίπλα στη θάλασσα
Και με τυφλώνει ευγενώς η αντηλιά
Και δεν μπορώ να δω το πλάνο
Το τιτάνιο
Διάσωσης
Που έφτιαχνες για μένα –λέει-τόσες δεκαετίες
Τώρα που τα καράβια φύγανε
κι αδειάζει το τοπίο
Κι εκεί που χάιδευα ακούραστη την ένταση
-εκείνη την αδέξια ξέρεις
που κάποιος κάποτε δικαίως την ονόμασε ψυχή-
Κι από θηρίο ακοίμητο και λαίμαργο την έκανα παιδάκι ντροπαλό
Κι ησύχασε κι αυτή κι εγώ
κοιμήθηκα-λέει- μια στάλα
(σωσμένη νόμισα η άμοιρη απ’ την πείνα της)
τώρα να πάλι την ξυπνάς με φρούδους κρότους
βάζεις το δάχτυλό σου στους καιρούς
μετακινείς τους τόπους
κι αγριεύεις πάλι τα νερά
ακόμα κι αυτά τα ήρεμα των λιμανιών
και δεν αφήνεις τα καράβια
(τις βάρκες πια –πρόλαβαν είπες τα μεγάλα να φύγουνε νωρίς)
ν’ αποχωρήσουν ομαλά ανοίγοντας ιστία
μ’ αν δεν αδειάσει το λιμάνι
αρχηγέ
πως θα χωρέσουν οι βάρκες οι άλλες;

Wednesday, July 08, 2009

γιατί ακόμα κι αν ο ήλιος έξω
ακόμα,
πάνω απ' το μαξιλάρι μια σκούρα συννεφιά
κι έτσι τα πρωινά πια δεν τραγουδάνε εικόνες
σε κλειστά μάτια
μόνο περμένουν στη σειρά να φαγωθούν από το χρόνο

το άλμπουμ έκλεισε μπορείς να αποσυρθείς

οι πιο ωραίες λέξεις έρχονται μετά το τέλος έλεγε

Tuesday, June 30, 2009

Απαγορεύεται η προσπέραση

Εξάλλου κάπου μετά τα μεσάνυχτα όλα μοιάζουν αφετηρίες
ακόμα και τα πιο μικρά και ασήμαντα

και μέχρι τότε
αυτό το δέρμα όσο και να το τραβάς δεν πρόκειται να αλλάξει
μα θα σε κλείνει πέτρινο μέχρι να ξεραθεί
να πέσει μόνο του

όταν πια δεν θα μετράς
αδιέξοδα βράδια,-
ξέρεις από εκείνα που τα κρατάς με δυσκολία ξάγρυπνα μήπως και σε ρίξουν μεθυσμένα στο σωστό δρόμο-
γυμνούς μονόδρομους
-και μη κοιτάξεις πίσω
όσο ο Λωτ δεν σου κρατάει το χέρι,
απαγορεύεται η προσπέραση σου λέει μετά

αλλά θα προσπερνάς πλέον άφοβα
μονάχα όταν θα έχει αποσταχθεί η νοσταλγία
για εκείνο το όμορφο κίτρινο
που έμεινε για λίγο μέσα σου
κάτι χρόνια πριν

Friday, June 26, 2009

Κι εκείνα τα αστικά και στριμωγμένα βράδια
τα ζεστά
-που ένα ρεύμα αέρα μόνο φαινόταν ευλογία
και λόγος για χαμόγελο- αργά
κάπου εκεί κοντά κάποιος υπέφερε,
-συμπτώματα έλλειψης σημασίας-
μιλούσε τότε δυνατά στο θάνατό του
ζητώντας ολοκλήρωση
κι έτσι όταν έφτανε σε μένα η φωνή του
βραχνή και βροντερή
περιμετρικά
-λες και γυρνούσε γύρω γύρω από τον πόνο-
να καταλήγει άσπλαχνα
σε βιβλικές προβλέψεις
ο κάθε θόρυβος μετά ακουγόταν σαν λέξη θεϊκή
ακόμα απρόφερτη

Wednesday, June 24, 2009

Έκρυβε τότε τους συνήθεις τρόμους της πίσω από τον σκούρο θόρυβο μιας ταραγμένης κιθάρας -ή ενός μπάσου- που επιπλέει ακάθεκτος πάνω από θάλασσες κόσμου μεθυσμένου από καλοκαιρινές αναθυμιάσεις.
Ματαίως, φυσικά, καθώς εκείνοι πάντα αποδεικνύονταν πιο δυνατοί.

Wednesday, June 10, 2009

κι ήταν και το καλοκαίρι που απλωνόταν αργά ακέραιο και πολύ σαν πύο με
κάτι μεσημέρια ανάγωγα ζεστά που παραληρούν στο κεφάλι σου ένα βουνό λέξεις και συ σ΄ ένα ντιβάνι σκόρπια να παρακαλάς μη -σταμάτα σταμάτα λίγη ησυχία μόνο ένα λεπτό καθαριότητα αλλά κάθε που λες ησύχαζε να τότε χτυπούσε μια πόρτα και οι ταλαντώσεις του κλειδιού έφτυναν κι άλλες λέξεις κι άλλες εικόνες κι άλλους φόβους και ξέρεις τότε φτάνει μια γραμμή άσπλαχνο φως κι ένα κενό στο στομάχι για να νομίζεις ότι περιγράφοντας λεπτομερειακά μια τετράωρη εμμονή ή το σχήμα ενός κενοφανούς λεκέ σε ένα δημόσιο τάπητα γίνεσαι ποιητής

Thursday, June 04, 2009

Κάθε φορά που μύριζε βροχή δε, καταλαμβανόταν από μια ανοικονόμητη απόλαυση σαν αυτή που σε γεμίζει μετά από ένα μακρύ ξεκαρδιστικό γέλιο.
Πίστευε εξάλλου ακράδαντα ότι μερικές στιγμές ο χρόνος της αρνούνταν πεισματικά να περάσει. Ζούσε τότε στωικά μέσα σε ένα απέραντο ταυτόχρονο όπου τακτοποιούσε διαδοχικά πακέτα γεγονότων συσκευασμένα με μάλλον αυθαίρετα κριτήρια.

Monday, June 01, 2009

Βεβαίως τίποτα δεν την κλόνιζε περισσότερο από την αλάνθαστη σιγουριά που συνεπάγεται ένας τέλειος κύκλος ή ένα ζευγάρι παντόφλες κάτω από το κρεβάτι.