Friday, April 24, 2009
Tuesday, March 31, 2009
Παύση

Θα ήθελα λοιπόν απόψε να μου χάριζες
μία Μεγάλη λύπη,
Αρχοντική,
από αυτές τις θρυλικές που αναβλύζουν πανδαισίες
λεκτικές-
χωρίς χωνευτικές επιείκειες, παυσίπονα ελαφρυντικά,
ή γλυκαντικές παρηγοριές
πεπερασμένης λήξης.
Μία Λύπη χορταστική
βαριά και καρπερή σαν μέθη από σαμιώτικο κρασί
Να μου φιμώνει το μυαλό μονωτικά
και να ηχεί πλέον βροντερά
σαν εμβατήριο
εκείνο το ακόρντο
ανθρώπινης οδύνης
πάγιου τέλους
-και αρχής-
λαχανιασμένο και βραχνό,
σαν τη βοή
επιθανάτιου ρόγχου
-άλλωστε κάθε ακούσια απώλεια προσμονής,
κάθε αιφνίδια παύση επιθυμίας
κάθε επιτακτικός ή κι ευγενής στραγγαλισμός ελπίδος
διακαούς
Κάθε ήσυχη ματαίωση
είναι ένας μικρός θάνατος
και απαιτεί ένα πένθος -
Αδέκαστη και σκιερή
να θρέφει ανασφάλειες
φόβους ατροφικούς
Ευρύχωρη και σεβαστή
σαν Ιαματική Πληγή
Μια Λύπη εγκυμονούσα λόγια νόθα
Έτοιμη να ανθίσει φράσεις παρθένες
Και λήμματα ολοκαίνουρια – απρόφερτα ακόμα
Για να ντυθούν τα άλεκτα ,τα αφάνταστα
ή μόνο τα φανταστικά
(που είναι πάντα πιο γυμνά)
Μια Λύπη γαλαντόμα και σοφή.
Thursday, March 26, 2009
Μια βροχή

Κι έπιασε εκεί στα ξαφνικά μια νεροποντή απέραντη
Σχεδόν Επική
Που, έλεγε, κοίτα να δεις
μοιάζει να μη τελειώνει ποτέ
κι έτσι να ζούμε πάντα σε ένα όξινο
καθεστώς βροχής
με -περιστασιακά –και ίσως ευάρεστα- ρίγη νοσταλγίας,
μουσκεμένοι ως το κόκαλο,
αναζητώντας δυο λεπτά ζέστης
μυθικής-
αφού θα έχουμε ξεχάσει πια
τη γλύκα υψηλών βαθμών
που προσφέρει
ένα σώμα
-εξαίσια-
θερμαντικό
Και λέει Να
θα μάθω τώρα –
να μιλώ με τη βροχή,
να κοιμάμαι με τη βροχή και να σε κοιτώ
–περιστασιακά- και μόνο
μέσα από τη βροχή
αφού η μόνη πιθανή θέρμη
σ’ αυτές τις –έκτακτες- συνθήκες υγρασίας
Θα ήταν ο πυρετός
Που προκαλεί
ένα βλέμμα
παραδόξως μακρόσυρτο
Friday, March 13, 2009
Thursday, March 05, 2009
Heinz’s justice
Οι απογοητεύσεις τον τελευταίο καιρό στη ζωή του ούτως ή άλλως ήταν το σύνηθες. Οι ατελείωτοι καυγάδες με τη μάνα του στην πατρίδα, η ωραία Σοφία που δεν γύρισε ποτέ να τον κοιτάξει στο γραφείο, οι δουλειές που ήταν λιγοστές σε σημείο που αναρωτιόταν γιατί τον κρατούσαν στην εταιρία, οι προσβολές και τα πειράγματα από τους συναδέρφους που νόμιζαν ότι δεν καταλάβαινε γρι ελληνικά. Καταλάβαινε όμως. Και απλώς άντεχε, τα κατάπινε όλα στωικά, χωρίς εξάρσεις και θυμούς. Είχε εξάλλου έρθει στην Ελλάδα ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο, για να ξεφύγει από το θυμό και την ντροπή για τις πράξεις του που οδήγησαν στην εσπευσμένη φυγή του από την πατρίδα . Και στη νέα χώρα άγνωστος μεταξύ αγνώστων είχε αποφασίσει να παραμείνει αόρατος και να μη δίνει σε κανέναν δικαιώματα. Και φυσικά να μην ξανα υποπέσει στα άτιμα πάθη του.
Έκανε λοιπόν τη δουλειά του ήσυχος και αμίλητος, δεν ενοχλούσε ποτέ, δεν έβγαινε, δεν είχε φίλους, ούτε καν στις πουτάνες δεν πήγαινε, μάθαινε μόνος του σπίτι τη γλώσσα για να συνεννοείται στα απαραίτητα και η μόνη του πιο «ανθρώπινη» επαφή ήταν σε πολύ ειδικές περιπτώσεις κάτι μεταμεσονύχτια chat με ενήλικες αυστηρά γυναίκες από την άλλη άκρη της γης. Τις υπόλοιπες νύχτες έβλεπε hard core νόμιμο πορνό από την τεράστια συλλογή που κατέβαζε χρόνια τώρα από το διαδίκτυο. Και δεν έσκαγε για κανέναν και για τίποτα. Είχε μάθει πλέον αποτελεσματικότατα να τα καταπιέζει όλα και να επιβιώνει σε μια καλοστημένη και άτρωτη αυτονομία.
Απόψε όμως η εξασκημένη ανοχή του είχε φτάσει τα όριά της. Και δεν έφταιγε το μαντάτο της ξαφνικής εισαγωγής της μάνας του στο νοσοκομείο με οξύ καρδιακό επεισόδιο, ούτε το ότι η Σοφία των φαντασιώσεών του-φτυστή η πολυπόθητη Jena - συνάμενη κουνάμενη ανακοίνωσε τους αρραβώνες της στη δουλειά, ούτε καν η εκ των έσω πληροφορία που κυκλοφορούσε στο γραφείο για έναρξη απολύσεων την άνοιξη στα τμήματα μεταφραστών. Όλα ένιωθε ότι μπορούσε να τα αντιμετωπίσει. Η μάνα του θα γινόταν καλά, το ήξερε, ήταν σκληρό καρύδι, εδώ άλλα κι άλλα δεν τη ρίξανε, αυτή θα τους έθαβε όλους, το τσουλάκι η Σοφία με τον γλοιώδη αρραβωνιάρη της να πήγαινε στο διάολο, είχε την αυθεντική Jena σε εκατοντάδες ταινίες για να περνάει «καλά» τα βράδια όποτε ήθελε, δουλειά θα έβρισκε αλλού και θα ξεφορτωνόταν και όλους αυτούς του ηλίθιους που τον κορόιδευαν μπροστά στα μάτια του για τις ριγέ κάλτσες και τα παλιομοδίτικα γυαλιά. Αν χρειαζόταν στο κάτω κάτω θα άλλαζε πάλι χώρα-τίποτα τέτοιο τετριμμένο δεν τον φόβιζε. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο όλα τα είχε ξαναπεράσει και αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Αυτό που τον τσάκισε απόψε, που τον έκανε να θέλει να κλάψει και να πιει ένα ολόκληρο μπουκάλι ουίσκι και να κάνει τρία πακέτα τσιγάρα ήταν ο Jack του. Ο Jack και η απαράδεκτη και σχεδόν ακατανόητη συμπεριφορά του. Ο άνθρωπος που αποτελούσε πρότυπο τιμιότητας και ακεραιότητας για τον Heinz, εκείνος που αντιπροσώπευε ό,τι πιο ηθικό, καθάριο και αγνό, ό,τι πιο ελπιδοφόρο για το ανθρώπινο είδος, είχε απόψε διαπράξει το πιο ειδεχθές έγκλημα. Είχε σκοτώσει ένα μικρό παιδί, ένα κορίτσι 14 ετών που εκτός των άλλων τύχαινε να είναι και κόρη της αδερφής του! Ο Jack, ο πολυαγαπημένος Jack που αν ο Heinz έκανε ποτέ γιο θα του έδινε το όνομά του και θα ευχόταν ολόκαρδα να του μοιάσει σε όλα – έλεγε κάποτε…- αυτός, ο Ήρωάς του σκότωσε την ίδια του την ανιψιά. Χωρίς δεύτερη σκέψη ή έστω προσπάθεια να το αποφύγει. ΟΚ η κοπελίτσα ήταν πρεζάκι τελειωμένο με γεμισμένο όπλο στα χέρια και τον απειλούσε στα 2 μέτρα, αλλά… δεν έπαυε να είναι ένα παιδί…Ο Heinz ήταν σίγουρος ότι αν ο – ικανός στα πάντα ως γνωστόν - Jack ήθελε, μπορούσε να την αφοπλίσει ανετότατα χωρίς, όχι να χρειαστεί να διαπράξει φόνο αλλά και χωρίς γρατσουνιά καν. Απλώς δεν θέλησε. Αφέθηκε έρμαιο του θυμού του, της αγανάκτησης για την εξακολουθητικώς –είναι η αλήθεια- ανάγωγη συμπεριφορά της απέναντι στη μητέρα της και αδερφή του και της ανάγκης του για εκδίκηση –η Φλώρα ως γνωστόν είχε ρίξει τον γιο του Jack στα ναρκωτικά ανεπιστρεπτί…- δρώντας όχι πλέον σαν ήρωας αλλά σαν ένας απλός άνθρωπος με δόλια πάθη και θρυμματίζοντας έτσι όλα τα πιστεύω του Heinz, για μια κοινωνία εξελιγμένων πειθαρχημένων υπερανθρώπων, όλες του τις ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο, για ένα καθαρότερο αύριο απαλλαγμένο από ταπεινά πάθη και αδυναμίες.
Περπάτησε πάνω κάτω στο στενό μπαλκόνι τρίζοντας τα δόντια και μονολογώντας, ενώ τα δάκρυα πλέον έτρεχαν κανονικά στα κοκκινισμένα μάγουλά του,
«Σκότωσες τη Φλώρα, σκότωσες τη Φλώρα! Δεν θα στο συγχωρέσω ποτέ Jack αυτό. ΠΟΤΕ!»
Ένα σουβλερό τσούξιμο στο χέρι τον ειδοποίησε ότι πάνω στο οργισμένο παραμιλητό του είχε σπάσει το ποτήρι που κρατούσε και καθώς το ουίσκι κυλούσε στα παγωμένα και πληγιασμένα από το γυαλί δάχτυλά τον έτσούξε ακόμα περισσότερο. Ο πόνος τον συνέφερε κάπως από το μεθύσι και τον απέσπασε μερικώς από την έντονη ψυχική του οδύνη. Μπήκε αργά στο σαλόνι κρατώντας το πληγωμένο χέρι και αφήνοντας ματωμένες πιτσιλιές πίσω του και περνώντας μπροστά από την ακόμα αναμμένη τηλεόραση στάθηκε απέναντί της και της έδωσε μια δυνατή κλοτσιά. Αυτή έπεσε με θόρυβο και διαλύθηκε στο πάτωμα. Ο Heinz είχε πάρει πλέον την απόφασή του. Δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ πια στη ζωή του “Jack’s justice”.
Wednesday, March 04, 2009
Έλλειψις
Ποτέ εξάλλου μέχρι σήμερα –το αντιλαμβανόταν σφόδρα- οι συνθήκες δεν εστάθησαν επαρκώς εξαιρετικές ώστε να αποκλείσουν οριστικώς την εμφάνισή της.
Εξ' ου και δεν αισθάνθηκε ουδεμία έκπληξη κατά την υποδοχή της παρά μόνο μια ελαφρά στωική απογοήτευση καθώς κάθε φορά που γέμιζε εκείνη ήλπιζε ελαχίστως – καθότι υποψιαζόμενη εντόνως το μάταιο των ελπίδων της-ότι ίσως και να μην άνοιγε εκ νέου αυτή τη φορά, ίσως και να έμενε δια παντός συμπαγής και στέρεα, ίσως να μάθαινε το σώμα της να προσαρμόζεται πλέον σε τούτα τα πάγια ψυχρά κλίματα και να οχυρώνεται αποτελεσματικά απέναντι στους αιχμηρούς και καλοτροχισμένους εξωγενείς επαναλαμβανόμενους παράγοντες απάθειας και μόνωσης. Ή ίσως και να συναντούσε αισίως εκείνα τα άλλα και σπάνια τροπικά κλίματα.
Η τρύπα όμως εντέλει εμφανίσθη και αυτή τη φορά.
Ένιωσε τον κρύο αέρα να τη διαπερνά ολοσχερώς και σκύβοντας προς το στήθος της κοίταξε –όπως πολλάκις άλλοτε - παραδόξως πίσω της καθώς είχε μείνει γελοιωδώς διαμπερής.
Το απεχθές κενό είχε εισβάλει στα σωθικά της ανήλεο, αλλοιώνοντας το σχήμα της και εκκενώνοντας τη σκέψη της από συναισθηματικές φιοριτούρες, μπιχλιμπίδια τρυφερότητας και πάσης φύσεως ψιμύθια προσδοκιών.
Τοιουτοτρόπως έμεινε μόνο ένα ψυχρό ρεύμα αέρα να φουσκώνει τις –τόσο ανεπαρκείς να το καλύψουν άλλωστε- μπλούζες της και ένα υπόλευκο φάσμα να υποκαθιστά τα εξαχνωμένα όνειρά της.
Tuesday, February 24, 2009
Η επιστροφή

Άρχισε λοιπόν σταδιακά και υποσυνείδητα να δημιουργεί μόνη της ρωγμές. Ζεστά λεπτά βύθισης σε ήσυχες υγρές σκέψεις μολύνονταν με απειροελάχιστα ίχνη αμφιβολίας και τις μεταστάσεις τους. Ένα ασήμαντο τηλεφώνημα που δεν ήρθε όταν το περίμενε, ένα χαρισμένο μπουμπούκι που δεν άνοιξε ένα συγκεκριμένο πρωί, μια ιδιότροπη σάλτσα για μακαρόνια που δεν πέτυχε εντελώς, ένα ποθητό ζευγάρι παπούτσια που δε υπήρξε διαθέσιμο στο νούμερό της, μικρές καθημερινές ανούσιες απογοητεύσεις που αντί να προσπεράσει χαμογελώντας σχολιάζοντας τις ως αποδείξεις για το απρόσμενο της ζωής, όπως πριν, πίεζε τον εαυτό της να τις εκλάβει ως αδιάσειστα σημεία μιας υποτιθέμενης επερχόμενης κακοτυχίας.
Στην αρχή η επήρεια των τεχνηέντως επιτηδευμένων αυτών προσπαθειών ήταν μάλλον βραχεία. Η ευτυχία αυτονόητη και ακατάδεχτη καταλάμβανε σύντομα το εύρος της σκέψης της οργανικά και επέστρεφε με μια αδιόρατη νότα απογοήτευσης σε ευοίωνους σχολιασμούς και θερμά χαμόγελα.
Με τον καιρό όμως, και μετά από επίμονες απόπειρες, η διάρκεια επιρροής των σκιών αυξήθηκε. Λερωνόταν έτσι το φωτεινό φόντο της ύπαρξής της με λεκέδες πίκρας που την οδηγούσαν με γεωμετρικώς αυξανόμενη επιτάχυνση σε μια τεμπέλικη κατηφορική και γκρινιάρικη μελαγχολία.
Οι λιακάδες γίνονταν πλέον ενοχλητικά παρατεταμένες για την εποχή, το τσάι της είχε παραπάνω ζάχαρη απ΄ ότι θα ΄θελε, ο γάτος της ήταν φορτικά χαδιάρης, το κόκκινο κρασί της πολύ ξηρό και ο χυμός της πολύ κρύος, η ζεστασιά αφόρητη, οι παλμοί της πολύ χαμηλοί - η απόλαυση, κοινώς, υπερβολική για να την αντέξει…
Με μια λαίμαργη νοσταλγία αφηνόταν να τη συνεπάρει όσο όσο το σκοτάδι σαν την εμπειρία της αναζωπύρωσης μιας παλαιάς ισχυρής φιλίας που διακόπηκε κάποτε λόγω καταστάσεων και όχι διαθέσεων…
Η μελαγχολία πρόβαλε θωπευτικά την αγκαλιά της ποτίζοντάς την με τις απαραίτητες διεγερτικές δόσεις γλυκόπικρης ματαιότητας της ίδιας που παλαιότερα ενεργοποιούσε αποτελεσματικά τα δάχτυλά της. Οι σιωπές της επιμηκύνονταν εν τω μέσω εσπερινών ατέρμονων ενατενίσεων ντυμένων σε αργόσυρτες προκλασσικές μελωδίες ή μετά το βραδύ ξεφύλλισμα παρατημένων για καιρό κιτρινισμένων σελίδων γερμανικής ρομαντικής ποίησης…
Τα συναισθήματά της σε αυτή την κατάσταση εξακολουθούσαν βεβαίως να είναι αλλοπρόσαλλα και η αμφιθυμία της αξιοπρόσεκτη. Μέρος της τρομοκρατούνταν από αυτή τη μερική και απειλητική απώλεια της καθιερωμένης χαράς της ζωής και την αδυναμία της να χαρεί το φως, το άλλο όμως το ξεχασμένο κομμάτι της, πλέον αντιληπτό μόνο στα όνειρά, καταλαμβανόταν από μια υπόκωφη ικανοποίηση περί του φρούδου και εύθραυστου μιας ευτυχίας, που καθιστούσε επιτακτική και τουλάχιστον ενδεχόμενη την επιστροφή στην πολυπόθητη απελευθερωτική δημιουργία. Τα πινέλα πανηγύριζαν ανυπόμονα με τις φήμες και τα καβαλέτα ωσάν σε οίστρο στήνονταν αδιάντροπα στις πιο καλοφωτισμένες γωνίες έτοιμα να αγγιχτούν καθ’ όπως θα ‘πρεπε επιτέλους.
Friday, February 13, 2009
Τα όνειρα

Και μετά άρχισαν τα όνειρα. Σύντομα τρωκτικά όνειρα που ροκάνιζαν αιφνιδιαστικά ανέμελες στιγμές ευθυμίας, προκαλώντας απλανή βλέμματα και μικρούς πόνους στο στήθος. Στην αρχή ήταν αόριστα. Φαινομενικά λησμονημένα την καταδίωκαν μέσα στη μέρα ως μια περίεργη αίσθηση αναίτιας ανησυχίας. Αρνούταν πεισματικά να τα ανακαλέσει – μια μάλλον ανακλαστική αντίδραση καθώς διαισθανόταν το διασπαστικό τους περιεχόμενο-και η μνήμη της, υπακούοντας, υποταγμένη και αυτή στην εξουσία της αδρανειακής της ευτυχίας, ενεργοποιούσε τους πιο δυναμικούς μηχανισμούς απώθησης. Σιγά σιγά όμως το τείχος αυτό υποσυνείδητης προστασίας, πιεσμένο από το διαρκώς αυξανόμενο φόρτο παραγωγής, έπαψε να τα μπλοκάρει όλα, αφήνοντάς, σταδιακά, ονειρικά ρεύματα να μολύνουν τη σκέψη της με σχεδόν συγκεκριμένες εικόνες πλέον. Αγέννητα έργα ανύποπτης σύλληψης-αλλά αδιαμφισβήτητης μητρότητας- αποζητούσαν απελπισμένα να υλοποιηθούν χτίζοντάς της έντεχνες ενοχές για την μακροχρόνια απραξία της. Η παλιά γνωστή φαγούρα στα χέρια της επέστρεφε απειλητικά.
Το απροσπέλαστο φιμέ περίβλημα της μακαριότητας της παρόλα αυτά –αν και ήδη κλονισμένο από τις απειλητικές ρωγμές - συνέχιζε να τα κρατάει προκλητικά δεμένα.
Ξυπνώντας κάθε πρωί αν και στοιχειωμένη από την έντονη φαιά ονειρική προσταγή να ανοίξει το από καιρό αραχνιασμένο θλιβερό ατελιέ της, μέσα σε χρόνο ενός βλέμματος ντυνόταν την καθιερωμένη μόνωση ιλαρότητας και θέρμης. Αν και παγιδευμένη εξακολουθούσε να νιώθει ευτυχής. Και η αίσθηση αυτή όσο προχωρούσε η μέρα επικρατούσε δεσποτικά ρίχνοντας την πλέον σαφή επίγνωση των δεσμών της σε μια δεύτερη μοίρα.
Τα όνειρα όμως ήταν αδιαπραγμάτευτα. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Για να ξαναπιάσει τα πινέλα έπρεπε να σκοτώσει οριστικά την ευτυχία της.
Thursday, December 18, 2008
Α-ΠΑΤΡΙΣ

Αυξάνει
αυτή η υγρασία που μου ακινητοποιεί τα πόδια
Και δεν μπορώ να βγω παραέξω
Μόνο κοιτάω κατάκοιτη την τηλεόραση
Υπνωτισμένη από ιστορίες που δεν κρατάω την αλήθεια τους
απλώς πασχίζω το τέλος να μαντέψω
Βαρέθηκα
Ψάχνω την πόρτα για να βγω σε άλλη διάσταση
Αλλά έχω χάσει το κλειδί
Το έφαγες τελετουργικά
σε μια κρίση μεγαλείου
Μάτια κενά, στόματα άλλα
Αυτή τη γλώσσα κι αν τη μιλώ
δεν την καταλαβαίνω πλέον
Με αυτά τα σώματα τα νοτισμένα από μνήμη σάπια
ανίκανα να κινηθούν μπροστά- μόνο πλαγίως
Με αυτές τις πέτρες που σφραγίζουν τις διαβάσεις
ντυμένες με εγκώμια μπαγιάτικα και φρούδα
Σιωπάς ειρωνικά
Όμως φυλάξου
φίλτατη και ξένη
έκλεισαν πρόσφατα οριστικά οι λογαριασμοί σου
στην τράπεζα την ιστορίας
οι Επιταγές σου μείνανε τελικώς χωρίς αντίκρισμα
ξοφλήσαμε εντελώς από κάλλη παλαιά
και λαμπρές ιδέες
σώθηκε βλέπεις το απόθεμα της αίγλης
πόσο πια θα καυχιέσαι επί πιστώσει?
αφίσα Nassos K.
Friday, October 31, 2008
Insomnia

Τις νύχτες κατέφθανε πάντα αργοπορημένη,
τοιουτοτρόπως
προμηθευόταν τις ώρες της σε ειδικά πακέτα προσφορών των διακοσίων λεπτών
άνευ ύπνου.
(Αυτά είχαν μόνο απομείνει.
Βλέπετε οι άλλες οι απλές των εξήντα παντός τύπου
είχαν εξαντληθεί από νωρίς).
Αϋπνοβατούσε ματαίως λοιπόν,
και στωικώς,
μουλιάζοντας σε μια αδέσποτη εσπερινή θλίψη
που ατέρμονη, ωσάν το χρόνο,
την κατέκλυζε με ευλαβική συνέπεια,
οργανικά
όπως ο απροσδιόριστος τρόμος που σκορπά μια ιδιαζόντως φλογερή αλλά πολύ μακρινή
ομιλία
Thursday, October 23, 2008
stop

Πίσω λοιπόν από όλες αυτές τις ατελείωτες βαριές και ημιπολύτιμες κουρτίνες παραμόνευε μόνο ένας τοίχος. Γκρι ξεθωριασμένος αμετακίνητος και αλαζόνας.
Με σοβάδες να πέφτουν πάραυτα ακατάστατα σαν δάκρυα
και να του χαλάν θρασύτατα τη σοβαροφάνεια.
Τι ωραία που κρύφτηκες πάλι αναφώνησα εκρύθμως
και όπως πάντα δε μίλησε
Περίμενε μόνο μέχρι να ματώσω τις μικρές γροθιές μου
για να μου ρίξει μια ματιά επιμελούς καταφρόνιας
Friday, September 19, 2008
see through

Κάποτε ένιωθε γυάλινη
Και ευκρινής
Φοβόταν ότι όλοι στο μετρό
θα έβλεπαν τη σκέψη της
Ένα κορίτσι απέναντι
στο λεωφορείο
γέλαγε σιγανά
κάθε που εκείνη σκεφτόταν κάτι αστείο
και κάποιες ηλικιωμένες κυρίες, αυστηρές
στραβοκοιτούσαν
σε κάθε αναπόληση της
λάγνα
Μια γυναίκα ευγενική την έπιασε απ΄ τον ώμο
σε μια άξαφνη σκέψη θλιβερή
κι ένας ευαίσθητος νεαρός της έσφιξε το χέρι
στον αναλογισμό μιας παλαιάς απώλειας
Ένστολος τύπος ακούμπησε το όπλο του
ανήσυχος
επάνω σε βουβό
αντάρτικό της συνειρμό
κι ο νοητικός της θαυμασμός
για ένα αγόρι περαστικό και όμορφο
το έκανε αχνά
να χαμογελάσει
Ένα ταξί σταμάτησε πριν το φωνάξει
-πρόθυμα!-
και ο περιπτεράς
μίας πλατείας άγνωστης
της έδωσε τη μάρκα της
προτού του το ζητήσει
Τόσο διάφανη λοιπόν,
και τόσο εκτεθειμένη
φοβόταν πλέον
να σκεφτεί
και να ονειροπολήσει
μήπως είχε όνειρά απρεπή
και σκέψεις ακατάλληλες
άνω ή κάτω των 18
και τη συλλάβουν τελικά
για προβολή
δημόσιας αιδούς
Κι έτσι έπαψε να σκέφτεται
Thursday, June 19, 2008
Οι ρωγμές

Ώσπου κάποια στιγμή, μάλλον σταδιακά και άτυπα ξεκίνησαν να δημιουργούνται μικρές ρωγμές στο αστραφτερό κρύσταλλο της μακαριότητας της. Ανεπαίσθητες χαραμάδες σκοταδιού που λες και της ενεργοποιούσαν τα μάτια, λες και σκουντούσαν ελαφρά εκείνο το κομμάτι του μυαλού της που είχε πέσει σε μια καθ΄ όλα ευάρεστη χειμερία νάρκη αυτό τον τελευταίο καιρό και αρνούταν να ανασηκωθεί. Η αρχή έγινε τυχαία, μια μικρή θολούρα κάποια στιγμή στην ευτυχία της που τη σάστισε και ταυτόχρονα της έδωσε το δικαίωμα να σχεδιάσει κάτι γρήγορο στην πρώτη γόνιμη επιφάνια που βρέθηκε εύκαιρη εκεί γύρω. Η λύτρωση του να ξαναχρησιμοποιεί για αυτό το σκοπό το μυαλό και τα χέρια της μετά από τόσο καιρό σχεδόν εκτόπισε το άγχος για την πρώτη φορά τσαλακωμένη της ευδαιμονία. Ήταν σα να θυμήθηκε εκτάκτως πως είναι να αναπνέεις από τη μύτη μετά από αιώνες αναπνοής από το στόμα. Ένιωσε την παλιά γνώριμη αίσθηση να την διατρέχει σύγκορμη και αντιλήφθηκε καινοφανή ψυχρά ρεύματα να διατρέχουν την μόνιμη, τελευταία, θερμική της άλω. Το αλλοτινό εντελώς προσωπικό της ύφος σχηματοποιήθηκε αχνά μετά από πολύ καιρό στον παρθένο τοίχο και στιγμιαία νοστάλγησε την πάλαι πότε βαρυθυμία της που της διοχέτευε αστείρευτη δημιουργική ενέργεια. Ήταν όμως μόνο μια στιγμή-η επούλωση επήλθε συντόμως και η επιστροφή στην ράθυμη θαλπωρή της χαράς εξυπακούστηκε παντελώς.
Τη δεύτερη φορά που ένιωσε το τρίξιμο σχηματισμού ρωγμής συνειδητοποίησε ανήσυχη ότι ο επακόλουθος τρόμος επενδυόταν μιας υπόγειας λαχτάρας, να νιώσει ξανά το αίμα να κυκλοφορεί στα δάχτυλά της, να αναβλύσει από μέσα της ένας χείμαρρος εικόνων που τόσο καιρό μπλόκαρε η ευτυχία σαν αρδευτικό φράγμα προς χόρτασή της. Η λαίμαργη αυτοάνοση ευτυχία που θρεφόταν με τις αγέννητες εικόνες της. Μπήκε λοιπόν στον πειρασμό να μην επισπεύσει την αποκατάσταση, να διατηρήσει τη ρωγμή για λίγο καιρό ίσα μόνο για να εκτονώσει κάποιο από το δυναμικό που είχε συσσωρευτεί μέσα της. Κι έτσι για λίγες μέρες άφησε το σκοτάδι να την αγκαλιάσει με τον οικείο τρόπο του. Και τόλμησε να ξαναπλησιάσει τους ξεχασμένους της καμβάδες και να αφεθεί διστακτικά σε μια μικρή, πολύ μικρή δίνη δημιουργίας. Το σώμα της όμως αντέδρασε. Καλομαθημένο πλέον σε άλλες πιο υψηλές θερμοκρασίες νοστάλγησε την θέρμη και το φως και την αποσυντόνισε. Στην πρώτη ευκαιρία η ρωγμή επισκευάστηκε και η γλυκιά ραστώνη της ευτυχίας επικράτησε ένδοξη. Κάπου όμως στο πίσω μέρος του μυαλού της άρχισε να φυτρώνει ξανά το από καιρό ξεριζωμένο ζιζάνιο της ματαιότητας.
Sunday, June 08, 2008
Νομίζματα
των τριών τετάρτων
σαν κοχυλάκια να μαζεύει
εμπρός στη θάλασσα
σαν άμμο κόκκινη και φίνα
από μια έρημο
λέει
μικρές ποσότητες λεπτών (χαμένα )
αναμονής μέσων
κουραστικών και θλιβερών,
υπόγειας ορθοστασίας,
ανούσιων και ακούσιων διαδρομών,
πορειών άσκοπων ,
σε τοπίο αδιάφορο
και ώρες άλλες
προσμονής μιας
κλήσης, δύο
που δεν έγιναν ποτέ
να τις συλλέγει,
λέει
σαν γραμματόσημα
σαν πεταλούδες τρυπημένες με καρφίτσα (δεν πέταξαν,
τις πιάσανε επιτήδεια και τώρα
επιδεικνύουνε τα κάλλη τους σε δειγματολόγια κάπως
μακάβρια
σε μια βιτρίνα σκονισμένη
γυάλινη, λίγο γρατζουνισμένη)
γι΄ αντάλλαγμα
ώρες ολόκληρες (χαμένες) εκεί
δεσμώτρια
στην κίνηση μιας πόλης
γερασμένης
αλλά αξιοσημείωτα ταχείας και θολής
κι έπειτα ήτανε και η αφίσα
εκείνη
σε ένα γραφείο
ταξιδίων
μια φορά
«Αποδράστε» έλεγε
«φτηνά»
να αποδράσει έλεγε κι εκείνη
να αποδράσει
αλλά πόσο είναι το φτηνά?
Σε τι μετράει
σε ώρες ή λεπτά?
Πόσος καιρός είναι το χρέος μου στο χρόνο
πόσες σελίδες γεμισμένες με λεπτά?
να με αφήσει ελεύθερη
χωρίς ρολόγια, κυριακές, πρωτοχρονιές?
Πόσο νομίζεται ότι αξίζει μια απόδραση?
speechless

Κι έμεινε ‘κει θαμπωμένη και Τσαλαπατημένη ελαφρώς
Από θεσπέσια εγκεφαλικά αποτυπώματα
Να αναμετρά ανταλλαγές χειραψιών
βλεμμάτων
εναέριων και
Υποκλίσεις ιδεώδεις ελαφρές
μα προπαντός ιπποτικές
με διακριτικά νοητικά χειροφιλήματα
ακολούθως
Κι εκείνη ως δεσποσύνη ευγενής,
χλωμή, λίγο φιλάσθενη κι ωραία
με τρόπο αχνό και απροσδόκητο,
ενίοτε αμίλητη
πάντα συνεσταλμένη
εμπρός στης πανοπλίας αυτής τη λάμψη
να κατεβάζει πρόθυμα τα μάτια
μη χρειαστεί να
αντιμετωπισθεί
μια ενδεχόμενη
εκδήλωση
ελπίδων
Thursday, May 15, 2008
Υπό-λυπη
Η απόφαση κατεδάφισης
ελήφθη
ερήμην μου
κι έτσι απλώς εν πλήρη αγνοία
βρέθηκα εντός
-ματαίως
αναζητώντας τους λόγους
ασταθείας των θεμελίων
(δεν υπήρχαν εξάλλου)-
θαμμένη ακαριαία,
καθώς, όπως θα γνωρίζετε
-οι περισσότεροι-
εκείνη η καταπακτή
διαφυγής
Για την οποία μιλούσαν
Οι παλιές
Φωνές
Τελικώς δεν υφίσταται
Monday, May 12, 2008
Πείναγα

Βράδυ ήτανε και πείναγα,
και μου’ πες
Να,
δάγκωσε εδώ
απ΄ το δεξί πλευρό
-και σήκωσες την μπλούζα-
αλλά Παρακαλώ
σκούπισε ύστερα τα αίματα
με τα μαλλιά σου και
δώσ’ μου
το φουστάνι σου
να δέσω την πληγή,
να φύγω κόσμια
μη λερωθεί κι η μέρα
Και δέχτηκα.
Ήτανε όμως λίγο, ίσα μια δαγκωνιά
δε χόρτασα
κι έμεινε η γεύση του επίμονη και ξένη-
επίμονη, πικρή και τόσο ξένη
που μούδιασε το στόμα
μόλις έφυγες
κι έμεινα πάλι μόνη μου
εδώ
γυμνή, και βρώμικη
κι ακόμα πεινασμένη
να πλένω τα μαλλιά μου
από το αίμα σου
να πλένω από τη γεύση σου
το στόμα μου
να πλένω όλη εμένα από σένα
Monday, March 31, 2008
Οι εικόνες
Το ατελιέ είχε αραχνιάσει από το κακό του και τα πινέλα της σκέβρωναν πεισματικά σε τυχόν –σπάνιες πια-προσπάθειές της να τα αγγίξει μην αφήνοντας την ούτε καν να τα καθαρίσει ή έστω να τα τακτοποιήσει. Οι σπάτουλες σκούριαζαν από αγανάκτηση και τα χρώματα έπηζαν από την ανία και το καθισιό. Ο χώρος που μέχρι πριν από λίγους μήνες επιστέγαζε το μεγαλύτερο-αν όχι όλο- μέρος της ζωής και δουλειάς της τώρα της ασκούσε ένα ανένδοτο βέτο στο οποίο υπάκουε σχεδόν πρόθυμα.
Κι έτσι, περνούσε τις ώρες της σε επικά τηλεφωνήματα -όσο προλάβαινε μέχρι να της κόψουν το μήνες απλήρωτο τηλέφωνο- ανακάλυπτε με ορθάνοιχτο στόμα το διαδίκτυο, χάζευε ασπρόμαυρες avant garde ταινίες μασουλώντας bitter σοκολατάκια γεμισμένα με βύσσινο και αναθεωρούσε ριζικά τις σχέσεις της με τον ήλιο που είχε πλέον πάψει να της φαίνεται αντιπαθής και αλαζόνας.
Βλέπεις η πόλη την ημέρα ήταν μια νέα περιπέτεια, που βίωνε βολτάροντας χαμένη σε ένα παραλήρημα εκστατικών σκέψεων και ανακαλύπτοντας σε ένα διαρκές ευχάριστο ξάφνιασμα απρόσμενες γωνιές μαγικής αρχιτεκτονικής, αλλόκοτα αφημένες πλατείες, πονηρεμένα παγκάκια, ιδιότροπα ρόπτρα σε ασήμαντες πόρτες, αλλοπρόσαλλους ριψοκίνδυνους κισσούς να κατακτούν άμαχους τούβλινους τοίχους, αφηρημένα σωμών σαμιαμίδια να λιάζονται, αφύσικα λουλουδιασμένα μπαλκόνια και παναστείες ολοκαίνουριες επιγραφές με σπρέι σε πρώην καθαρούς τοίχους-ένα πλήθος ευφάνταστα σκηνικά βγαλμένα από ανείπωτες ακόμα διηγήσεις, που τα βράδια λες και δεν υπήρχαν τόσο καιρό, λες και ήταν διαποτισμένα με μια ύπουλη αόρατη ουσία που τα εμφάνιζε μόνο υπό το φως του καλοκαιρινού ήλιου σαν εκείνες τις μαγικές επιγραφές με το λεμόνι που έκανε μικρή στην τελευταία σελίδα των σχολικών της τετραδίων.
Γέμιζε λοιπόν με καινούριες εικόνες που απογείωναν τη σκέψη της και μετά αλαφιαζόταν να βρει τους φίλους της να τους τις αραδιάσει και να φτιάξει μαζί τους ιστορίες με αυτές. Αλλά όταν ερχόταν η στιγμή να μιλήσει το μυαλό της βραχυκύκλωνε αυτόματα, το λεξιλόγιο της φαινόταν παλιωμένο και λίγο, τα επίθετα και τα επιρρήματα χαλασμένα, τα άρθρα άχρωμα και άοσμα, τα ρήματα χωρίς καθόλου μα καθόλου φαντασία ρε παιδί μου και τελικά δεν κατάφερνε όχι μόνο να αποδώσει εκείνη τη μαγική ευφορία που της προκαλούσαν αλλά ούτε καν να δώσει μια απλή φωτογραφική περιγραφή. Γόρδια η γλώσσα της αρνούταν αμετάπειστη να τη βοηθήσει και τα χέρια της αεικίνητα την έτρωγαν σαν να ήξεραν κάποτε τον τρόπο. Αλλά πλέον ακόμα και αυτά να τον είχανε ξεχάσει.
Wednesday, February 27, 2008
logo stigmis
Και συ άνοιξες τις χούφτες σου
Τις ερμητικές.
Σαν καρυδότσουφλο.
Και μπήκε φως και ξύπνησα.
Και θέλησα να ανοίξω και γω
τα μάτια μου
να σε κοιτάξω ολόκληρο.
Και να χαμογελάσω.
Αλλά ήταν κολλημένα.
Με κόλλα
πανίσχυρης στιγμής,
όπως αυτές
που διαφημίζουν άσκοπα
κάτι ξημερώματα,
εμβόλιμα
στα όνειρά μου
-τα cinemascope-
κορίτσια.
Χωρίς φωνή.
Μόνο με σώμα όμορφο.
Και μάτια.
Ίσα ίσα να σου κρατάνε συντροφιά
εκείνες τις άγριες στιγμές.
Όταν ξεχνώ ποιος είσαι
Αγάπη μου

